Alphabets:
Arabic
Cyrillic
Greek
Japanese
Latin alphabet
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31
32
33
34
35
36
37
38
39
40
η-πίστ-αντο
η-πίστ-ασθε
η-πίστ-ασο
η-πίστ-ατο
η-πιστή-θη
η-πιστή-θημεν
η-πιστή-θην
η-πιστή-θης
η-πιστή-θησαν
η-πιστή-θητε
ηρά-θη
ηρά-θημεν
ηρά-θην
ηρά-θης
ηρά-θησαν
ηρά-θητε
η-ρ-άμεθα
η-ρ-άμην
ή-ρ-αντο
η-ραρ-άμεθα
η-ραρ-άμην
η-ράρ-αντο
η-ράρ-ασθε
η-ράρ-ατο
η-ράρ-ει
η-ράρ-ειμεν
η-ράρ-ειν
η-ράρ-εις
η-ράρ-εισαν
η-ράρ-ειτε
η-ράρισκ-ε
η-ράρισκ-ες
η-ραρίσκ-εσθε
η-ραρίσκ-ετε
η-ραρίσκ-ετο
η-ραρισκ-όμεθα
η-ραρίσκ-ομεν
η-ραρισκ-όμην
η-ράρισκ-ον
η-ραρίσκ-οντο
η-ραρίσκ-ου
η-ράρ-ω
ήρα-σαι
η-ρασ-άμεθα
η-ρασ-άμην
η-ράσ-αντο
η-ράσ-ασθε
η-ράσ-ατο
ηρά-σθαι
ή-ρ-ασθε
ήρα-σθε
ήρασ-θε
η-ράσ-θη
η-ράσ-θημεν
η-ράσ-θην
η-ράσ-θης
η-ράσ-θησαν
η-ράσ-θητε
ηρά-σθω
ηρά-σθων
ήρασ-μαι
ηράσ-μεθα
ηρασ-μένα είεν
ηρασ-μένα ώσι(ν)
ηρασ-μέναι είτε
ηρασ-μέναι ήτε
ηρασ-μένη
ηρασ-μένη είης
ηρασ-μένη ής
ηρασ-μένοι είμεν
ηρασ-μένοι εισί(ν)
ηρασ-μένοι ήσαν
ηρασ-μένοι ώμεν
ηρασ-μένον
ηρασ-μένον είη
ηρασ-μένον ή
ηρασ-μένος
ηρασ-μένος είην
ηρασ-μένος ώ
ηράσ-μην
ή-ρ-ασο
ήρα-σο
ήρασ-ται
ήρασ-το
η-ράσ-ω
ή-ρ-ατο
ή-ργ-μαι
ή-ργ-μεθα
η-ργ-μένα είεν
η-ργ-μένα ώσι(ν)
η-ργ-μέναι είτε
η-ργ-μέναι ήτε
η-ργ-μένη
η-ργ-μένη είης
η-ργ-μένη ής
η-ργ-μένοι είμεν
η-ργ-μένοι εισί(ν)
η-ργ-μένοι ήσαν
η-ργ-μένοι ώμεν
η-ργ-μένον
η-ργ-μένον είη
η-ργ-μένον ή
η-ργ-μένος
η-ργ-μένος είην
η-ργ-μένος ώ
ή-ργ-μην
ηρέ-θη
ηρέ-θημεν
ηρέ-θην
ηρέ-θης
ηρέ-θησαν
ηρέ-θητε
ήρ-ει
ή-ρειδ-ε
ή-ρειδ-ες
η-ρείδ-εσθε
η-ρείδ-ετε
η-ρείδ-ετο
η-ρειδ-όμεθα
η-ρείδ-ομεν
η-ρειδ-όμην
ή-ρειδ-ον
η-ρείδ-οντο
η-ρείδ-ου
ή-ρει-κα
η-ρεί-καμεν
ή-ρει-κας
η-ρεί-κασι(ν)
η-ρεί-κατε
ή-ρει-κε
η-ρεί-κει
η-ρεί-κειμεν
η-ρεί-κειν
η-ρεί-κεις
η-ρεί-κεισαν
η-ρεί-κειτε
ή-ρει-κε(ν)
η-ρει-κέναι
η-ρεί-κετε
η-ρει-κέτω
η-ρεί-κη
η-ρεί-κης
η-ρεί-κητε
η-ρεί-κοι
η-ρεί-κοιεν
η-ρεί-κοιμεν
η-ρεί-κοιμι
η-ρεί-κοις
η-ρεί-κοιτε
η-ρει-κόντων
η-ρει-κός
η-ρει-κυία
η-ρεί-κω
η-ρεί-κωμεν
η-ρει-κώς
η-ρεί-κωσι(ν)
ή-ρειμ-μαι
η-ρείμ-μεθα
η-ρειμ-μένα είεν
η-ρειμ-μένα ώσι(ν)
η-ρειμ-μέναι είτε
η-ρειμ-μέναι ήτε
η-ρειμ-μένη
η-ρειμ-μένη είης
η-ρειμ-μένη ής
η-ρειμ-μένοι είμεν
η-ρειμ-μένοι εισί(ν)
η-ρειμ-μένοι ήσαν
η-ρειμ-μένοι ώμεν
η-ρειμ-μένον
η-ρειμ-μένον είη
η-ρειμ-μένον ή
η-ρειμ-μένος
η-ρειμ-μένος είην
η-ρειμ-μένος ώ
η-ρείμ-μην
ή-ρειπ-ε
ή-ρειπ-ες
η-ρείπ-εσθε
η-ρείπ-ετε
η-ρείπ-ετο
η-ρειπ-όμεθα
η-ρείπ-ομεν
η-ρειπ-όμην
ή-ρειπ-ον
η-ρείπ-οντο
η-ρείπ-ου
ή-ρειπ-ται
ή-ρειπ-το
ήρ-εις
ή-ρεισ-α
ή-ρει-σαι
η-ρει-σάμεθα
η-ρείσ-αμεν
η-ρει-σάμην
ή-ρεισ-αν
η-ρεί-σαντο
ή-ρεισ-ας
η-ρεί-σασθε
η-ρείσ-ατε
η-ρεί-σατο
ή-ρεισ-ε(ν)
η-ρεί-σθαι
ηρ-είσθε
ή-ρει-σθε
η-ρείσ-θη
η-ρείσ-θημεν
η-ρείσ-θην
η-ρείσ-θης
η-ρείσ-θησαν
η-ρείσ-θητε
η-ρεί-σθω
η-ρεί-σθων
ή-ρεισ-μαι
η-ρείσ-μεθα
η-ρεισ-μένα είεν
η-ρεισ-μένα ώσι(ν)
η-ρεισ-μέναι είτε
η-ρεισ-μέναι ήτε
η-ρεισ-μένη
η-ρεισ-μένη είης
η-ρεισ-μένη ής
η-ρεισ-μένοι είμεν
η-ρεισ-μένοι εισί(ν)
η-ρεισ-μένοι ήσαν
η-ρεισ-μένοι ώμεν
η-ρεισ-μένον
η-ρεισ-μένον είη
η-ρεισ-μένον ή
η-ρεισ-μένος
η-ρεισ-μένος είην
η-ρεισ-μένος ώ
η-ρείσ-μην
ή-ρει-σο
ή-ρεισ-ται
η-ρεί-σω
ηρ-είτε
ηρ-είτο
ή-ρει-το
η-ρείφ-θαι
ή-ρειφ-θε
η-ρείφ-θη
η-ρείφ-θημεν
η-ρείφ-θην
η-ρείφ-θης
η-ρείφ-θησαν
η-ρείφ-θητε
η-ρείφ-θω
η-ρείφ-θων
ή-ρειψ-α
ή-ρει-ψαι
η-ρειψ-άμεθα
η-ρείψ-αμεν
η-ρειψ-άμην
ή-ρειψ-αν
η-ρείψ-αντο
ή-ρειψ-ας
η-ρείψ-ασθε
η-ρείψ-ατε
η-ρείψ-ατο
ή-ρειψ-ε(ν)
ή-ρει-ψο
η-ρείψ-ω
ή-ρε-σα
η-ρε-σάμεθα
η-ρέ-σαμεν
η-ρε-σάμην
ή-ρε-σαν
η-ρέ-σαντο
ή-ρε-σας
η-ρέ-σασθε
η-ρέ-σατε
η-ρέ-σατο
ή-ρε-σε(ν)
ή-ρ-εσθε
η-ρέ-σθη
η-ρέ-σθημεν
η-ρέ-σθην
η-ρέ-σθης
η-ρέ-σθησαν
η-ρέ-σθητε
ή-ρεσκ-ε
ή-ρεσκ-ες
η-ρέσκ-εσθε
η-ρέσκ-ετε
η-ρέσκ-ετο
η-ρεσκ-όμεθα
η-ρέσκ-ομεν
η-ρεσκ-όμην
ή-ρεσκ-ον
η-ρέσκ-οντο
η-ρέσκ-ου
η-ρέ-σω
ή-ρ-ετο
ήρη-κα
ηρή-καμεν
ήρη-κας
ηρή-κασι(ν)
ηρή-κατε
ήρη-κε
ηρή-κει
ηρή-κειμεν
ηρή-κειν
ηρή-κεις
ηρή-κεισαν
ηρή-κειτε
ήρη-κε(ν)
ηρη-κέναι
ηρή-κετε
ηρη-κέτω
ηρή-κη
ηρή-κης
ηρή-κητε
ηρή-κοι
ηρή-κοιεν
ηρή-κοιμεν
ηρή-κοιμι
ηρή-κοις
ηρή-κοιτε
ηρη-κόντων
ηρη-κός
ηρη-κυία
ηρή-κω
ηρή-κωμεν
ηρη-κώς
ηρή-κωσι(ν)
ήρη-μαι
ηρή-μεθα
ηρη-μένα είεν
ηρη-μένα ώσι(ν)
ηρη-μέναι είτε
ηρη-μέναι ήτε
ηρη-μένη
ηρη-μένη είης
ηρη-μένη ής
ηρη-μένοι είμεν
ηρη-μένοι ώμεν
ηρη-μένον
ηρη-μένον είη
ηρη-μένον ή
ηρη-μένος
ηρη-μένος είην
ηρη-μένος ώ
ηρή-μην
ήρη-νται
ήρη-ντο
η-ρηρέ-κει
η-ρηρέ-κειμεν
η-ρηρέ-κειν
η-ρηρέ-κεις
η-ρηρέ-κεισαν
η-ρηρέ-κειτε
η-ρηρέ-μεθα
η-ρηρέ-μην
η-ρήρε-ντο
η-ρήρε-σθε
η-ρήρε-σο
η-ρήρε-το
ηρή-ρισ-θε
ηρη-ρίσ-μεθα
ηρη-ρίσ-μην
ηρή-ρι-σο
ηρή-ρισ-το
ήρη-σα
ήρη-σαι
ηρη-σάμεθα
ηρή-σαμεν
ηρη-σάμην
ήρη-σαν
ηρή-σαντο
ήρη-σας
ηρή-σασθε
ηρή-σατε
ηρή-σατο
ήρη-σε(ν)
ηρή-σθαι
ήρη-σθε
ηρή-σθω
ηρή-σθων
ήρη-σο
ηρή-σω
ήρη-ται
ήρη-το
ήρθα
ήρθαμε
ήρθαν
ήρθατε
ήρθε
ήρθες
ή-ρ-θη
ή-ρ-θημεν
ή-ρ-θην
ή-ρ-θης
ή-ρ-θησαν
ή-ρ-θητε
ή-ριζ-ε
ή-ριζ-ες
η-ρίζ-εσθε
η-ρίζ-ετε
η-ρίζ-ετο
η-ριζ-όμεθα
η-ρίζ-ομεν
η-ριζ-όμην
ή-ριζ-ον
η-ρίζ-οντο
η-ρίζ-ου
ή-ρι-κα
η-ρί-καμεν
ή-ρι-κας
η-ρί-κασι(ν)
η-ρί-κατε
ή-ρι-κε
η-ρί-κει
η-ρί-κειμεν
η-ρί-κειν
η-ρί-κεις
η-ρί-κεισαν
η-ρί-κειτε
ή-ρι-κε(ν)
η-ρι-κέναι
η-ρί-κετε
η-ρι-κέτω
η-ρί-κη
η-ρί-κης
η-ρί-κητε
η-ρί-κοι
η-ρί-κοιεν
η-ρί-κοιμεν
η-ρί-κοιμι
η-ρί-κοις
η-ρί-κοιτε
η-ρι-κόντων
η-ρι-κός
η-ρι-κυία
η-ρί-κω
η-ρί-κωμεν
η-ρι-κώς
η-ρί-κωσι(ν)
ή-ρισ-α
η-ρισ-άμεθα
η-ρίσ-αμεν
η-ρισ-άμην
ή-ρισ-αν
η-ρίσ-αντο
ή-ρισ-ας
η-ρίσ-ασθε
η-ρίσ-ατε
η-ρίσ-ατο
ή-ρισ-ε(ν)
η-ρίσ-θη
η-ρίσ-θημεν
η-ρίσ-θην
η-ρίσ-θης
η-ρίσ-θησαν
η-ρίσ-θητε
η-ρίσ-ω
ήρκ-ει
ήρκ-εις
ηρκ-είσθε
ηρκ-είτε
ηρκ-είτο
ήρκε-σα
ήρκε-σαι
ηρκε-σάμεθα
ηρκέ-σαμεν
ηρκε-σάμην
ήρκε-σαν
ηρκέ-σαντο
ήρκε-σας
ηρκέ-σασθε
ηρκέ-σατε
ηρκέ-σατο
ήρκε-σε(ν)
ηρκέ-σθαι
ήρκε-σθε
ήρκεσ-θε
ηρκέσ-θη
ηρκέσ-θημεν
ηρκέσ-θην
ηρκέσ-θης
ηρκέσ-θησαν
ηρκέσ-θητε
ηρκέ-σθω
ηρκέ-σθων
ήρκεσ-μαι
ηρκέσ-μεθα
ηρκεσ-μένα είεν
ηρκεσ-μένα ώσι(ν)
ηρκεσ-μέναι είτε
ηρκεσ-μέναι ήτε
ηρκεσ-μένη
ηρκεσ-μένη είης
ηρκεσ-μένη ής
ηρκεσ-μένοι είμεν
ηρκεσ-μένοι εισί(ν)
ηρκεσ-μένοι ήσαν
ηρκεσ-μένοι ώμεν
ηρκεσ-μένον
ηρκεσ-μένον είη
ηρκεσ-μένον ή
ηρκεσ-μένος
ηρκεσ-μένος είην
ηρκεσ-μένος ώ
ηρκέσ-μην
ήρκε-σο
ήρκεσ-ται
ήρκεσ-το
ηρκέ-σω
ηρκ-ού
ηρκ-ούμεθα
ηρκ-ούμεν
ηρκ-ούμην
ήρκ-ουν
ηρκ-ούντο
ή-ρκ-ται
ή-ρκ-το
ή-ρμοζ-ε
ή-ρμοζ-ες
η-ρμόζ-εσθε
η-ρμόζ-ετε
η-ρμόζ-ετο
η-ρμοζ-όμεθα
η-ρμόζ-ομεν
η-ρμοζ-όμην
ή-ρμοζ-ον
η-ρμόζ-οντο
η-ρμόζ-ου
ή-ρμο-κα
η-ρμό-καμεν
ή-ρμο-κας
η-ρμό-κασι(ν)
η-ρμό-κατε
ή-ρμο-κε
η-ρμό-κει
η-ρμό-κειμεν
η-ρμό-κειν
η-ρμό-κεις
η-ρμό-κεισαν
η-ρμό-κειτε
ή-ρμο-κε(ν)
η-ρμο-κέναι
η-ρμό-κετε
η-ρμο-κέτω
η-ρμό-κη
η-ρμό-κης
η-ρμό-κητε
η-ρμό-κοι
η-ρμό-κοιεν
η-ρμό-κοιμεν
η-ρμό-κοιμι
η-ρμό-κοις
η-ρμό-κοιτε
η-ρμο-κόντων
η-ρμο-κός
η-ρμο-κυία
η-ρμό-κω
η-ρμό-κωμεν
η-ρμο-κώς
η-ρμό-κωσι(ν)
ή-ρμοσ-α
ή-ρμο-σαι
η-ρμοσ-άμεθα
η-ρμόσ-αμεν
η-ρμοσ-άμην
ή-ρμοσ-αν
η-ρμόσ-αντο
ή-ρμοσ-ας
η-ρμόσ-ασθε
η-ρμόσ-ατε
η-ρμόσ-ατο
ή-ρμοσ-ε(ν)
η-ρμο-σθαι
ή-ρμο-σθε
ή-ρμοσ-θε
η-ρμόσ-θη
η-ρμόσ-θημεν
η-ρμόσ-θην
η-ρμόσ-θης
η-ρμόσ-θησαν
η-ρμόσ-θητε
η-ρμο-σθω
η-ρμο-σθων
ή-ρμοσ-μαι
η-ρμόσ-μεθα
η-ρμοσ-μένα είεν
η-ρμοσ-μένα ώσι(ν)
η-ρμοσ-μέναι είτε
η-ρμοσ-μέναι ήτε
η-ρμοσ-μένη
η-ρμοσ-μένη είης
η-ρμοσ-μένη ής
η-ρμοσ-μένοι είμεν
η-ρμοσ-μένοι εισί(ν)
η-ρμοσ-μένοι ήσαν
η-ρμοσ-μένοι ώμεν
η-ρμοσ-μένον
η-ρμοσ-μένον είη
η-ρμοσ-μένον ή
η-ρμοσ-μένος
η-ρμοσ-μένος είην
η-ρμοσ-μένος ώ
η-ρμόσ-μην
ή-ρμο-σο
ή-ρμοσ-ται
ή-ρμοσ-το