Logos Multilingual Portal
  • Language: Ancient Greek
  • Verb: ερίζω
ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ
Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική
ερίζω ερίζ-ω ερίζ-οιμι έριζ-ε
ερίζ-εις ερίζ-ης ερίζ-οις εριζ-έτω
ερίζ-ει ερίζ-η ερίζ-οι ερίζ-ετε
ερίζ-ομεν ερίζ-ωμεν εριζ-όντων  
ερίζ-ετε ερίζ-ητε ερίζ-οιτε  
ερίζ-ουσιν ερίζ-ωσι(ν) ερίζ-οιεν  

 
Απαρέμφατο Μετοχή
ερίζ-ειν ερίζ-ων
  ερίζ-ουσα
  ερίζ-ον

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ
Οριστική
ή-ριζ-ον
ή-ριζ-ες
ή-ριζ-ε
η-ρίζ-ομεν
η-ρίζ-ετε
ή-ριζ-ον

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ
Οριστική Ευκτική
ερί-σω ερί-σοιμι
ερί-σεις ερί-σοις
ερί-σει ερί-σοι
ερί-σομεν ερί-σοιμεν
ερί-σετε ερί-σοιτε
ερί-σουσι(ν) ερί-σοιεν

 
Απαρέμφατο Μετοχή
ερί-σειν ερί-σων
  ερί-σουσα
  ερί-σον

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ
Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική
ή-ρισ-α ε-ρίσ-ω ε-ρίσ-αιμι έ-ρισ-ον
ή-ρισ-ας ε-ρίσ-ης ε-ρίσ-αις ε-ρισ-άτω
ή-ρισ-ε(ν) ε-ρίσ-η ε-ρίσ-αι ε-ρίσ-ατε
η-ρίσ-αμεν ε-ρίσ-ωμεν ε-ρίσ-αιμεν ε-ρισ-άντων
η-ρίσ-ατε ε-ρίσ-ητε ε-ρίσ-αιτε  
ή-ρισ-αν ε-ρίσ-ωσι(ν) ε-ρίσ-αιεν  

 
Απαρέμφατο Μετοχή
έ-ρισ-αι ε-ρίσ-ας
  ε-ρίσ-ασα
  ε-ρίσ-αν

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ
Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική
ή-ρι-κα η-ρί-κω η-ρί-κοιμι ή-ρι-κε
ή-ρι-κας η-ρί-κης η-ρί-κοις η-ρι-κέτω
ή-ρι-κε(ν) η-ρί-κη η-ρί-κοι η-ρί-κετε
η-ρί-καμεν η-ρί-κωμεν η-ρί-κοιμεν η-ρι-κόντων
η-ρί-κατε η-ρί-κητε η-ρί-κοιτε  
η-ρί-κασι(ν) η-ρί-κωσι(ν) η-ρί-κοιεν  

 
Απαρέμφατο Μετοχή
η-ρι-κέναι η-ρι-κώς
  η-ρι-κυία
  η-ρι-κός

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ
Οριστική
η-ρί-κειν
η-ρί-κεις
η-ρί-κει
η-ρί-κειμεν
η-ρί-κειτε
η-ρί-κεισαν

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ
Οριστική Ευκτική
* *
* *
* *
* *
* *
* *

 
Απαρέμφατο Μετοχή
* *
  *
  *

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ
Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική
η-ρίσ-θην ε-ρισ-θώ ε-ρισ-θείην ε-ρίσ-θητι
η-ρίσ-θης ε-ρισ-θής ε-ρισ-θείης ε-ρισ-θήτω
η-ρίσ-θη ε-ρισ-θή ε-ρισ-θείη ε-ρίσ-θητε
η-ρίσ-θημεν ε-ρισ-θώμεν ε-ρισ-θείμεν ε-ρισ-θέντων
η-ρίσ-θητε ε-ρισ-θήτε ε-ρισ-θείτε  
η-ρίσ-θησαν ε-ρισ-θώσι(ν) ε-ρισ-θείεν  

 
Απαρέμφατο Μετοχή
ε-ρισ-θήναι ε-ρισ-θείς
  ε-ρισ-θείσα
  ε-ρισ-θέν

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ
Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική
ερίζομαι ερίζ-ωμαι εριζ-οίμην ερίζ-ου
ερίζ-ει ερίζ-η ερίζ-οιο εριζ-έσθω
ερίζ-εται ερίζ-ηται ερίζ-οιτο ερίζ-εσθε
εριζ-όμεθα εριζ-ώμεθα εριζ-οίμεθα εριζ-έσθων
ερίζ-εσθε ερίζ-ησθε ερίζ-οισθε  
ερίζ-ονται ερίζ-ωνται ερίζ-οιντο  

 
Απαρέμφατο Μετοχή
ερίζ-εσθαι εριζ-όμενος
  εριζ-ομένη
  εριζ-όμενον

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ
Οριστική
η-ριζ-όμην
η-ρίζ-ου
η-ρίζ-ετο
η-ριζ-όμεθα
η-ρίζ-εσθε
η-ρίζ-οντο

ΜΕΣΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ
Οριστική Ευκτική
* ερι-σοίμην
* ερί-σοιο
* ερί-σοιτο
* ερι-σοίμεθα
* ερί-σοισθε
* ερί-σοιντο

 
Απαρέμφατο Μετοχή
* ερι-σόμενος
  ερι-σομένη
  ερι-σόμενον

ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ
Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική
η-ρισ-άμην ε-ρίσ-ωμαι ε-ρισ-αίμην έ-ρισ-αι
η-ρίσ-ω ε-ρίσ-η ε-ρίσ-αιο ε-ρισ-άσθω
η-ρίσ-ατο ε-ρίσ-ηται ε-ρίσ-αιτο ε-ρίσ-ασθε
η-ρισ-άμεθα ε-ρισ-ώμεθα ε-ρισ-αίμεθα ε-ρισ-άσθων
η-ρίσ-ασθε ε-ρίσ-ησθε ε-ρίσ-αισθε  
η-ρίσ-αντο ε-ρίσ-ωνται ε-ρίσ-αιντο  

 
Απαρέμφατο Μετοχή
ε-ρίσ-ασθαι ε-ρισ-άμενος
  ε-ρισ-αμένη
  ε-ρισ-άμενον

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ
Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική
ερή-ρισ-μαι ερη-ρισ-μένος ώ ερη-ρισ-μένος είην ερή-ρι-σο
ερή-ρι-σαι ερη-ρισ-μένη ής ερη-ρισ-μένη είης ερη-ρί-σθω
ερή-ρισ-ται ερη-ρισ-μένον ή ερη-ρισ-μένον είη ερή-ρι-σθε
ερη-ρίσ-μεθα ερη-ρισ-μένοι ώμεν ερη-ρισ-μένοι είμεν ερη-ρί-σθων
ερή-ρι-σθε ερη-ρισ-μέναι ήτε ερη-ρισ-μέναι είτε  
ερη-ρισ-μένοι εισί(ν) ερη-ρισ-μένα ώσι(ν) ερη-ρισ-μένα είεν  

 
Απαρέμφατο Μετοχή
ερη-ρί-σθαι ερη-ρισ-μένος
  ερη-ρισ-μένη
  ερη-ρισ-μένον

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ
Οριστική
ηρη-ρίσ-μην
ηρή-ρι-σο
ηρή-ρισ-το
ηρη-ρίσ-μεθα
ηρή-ρισ-θε
ερη-ρισ-μένοι ήσαν