Logos Multilingual Portal
  • Language: Ancient Greek
  • Verb: εγείρω
ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ
Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική
εγείρω εγείρω εγείρ-οιμι έγειρε
εγείρ-εις εγείρ-ης εγείρ-οις εγειρω
εγείρ-ει εγείρ-η εγείρ-οι εγείρω
εγείρ-ομεν εγείρ-ωμεν εγειρω  
εγείρ-ετε εγείρ-ητε εγείρ-οιτε  
εγείρ-ουσιν εγείρ-ωσι(ν) εγείρ-οιεν  

 
Απαρέμφατο Μετοχή
εγείρω εγείρω
  εγείρω
  εγείρω

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ
Οριστική
ή-γειρ-ον
ή-γειρ-ες
ή-γειρ-ε
η-γείρ-ομεν
η-γείρ-ετε
ή-γειρω

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ
Οριστική Ευκτική
εγερ-ώ εγερ-οίην
εγερ-είς εγερ-οίης
εγερ-εί εγερ-οίη
εγερ-ούμεν εγερ-οίμεν
εγερ-είτε εγερ-οίτε
εγερ-ούσι(ν) εγερ-οίεν

 
Απαρέμφατο Μετοχή
εγερ-είν εγερ-ών
  εγερ-ούσα
  εγερ-ούν

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ
Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική
ή-γειρ-α ε-γείρ-ω ε-γείρ-αιμι έ-γειρ-ον
ή-γειρ-ας ε-γείρ-ης ε-γείρ-αις ε-γειρ-άτω
ή-γειρ-ε(ν) ε-γείρ-η ε-γείρ-αι ε-γείρ-ατε
η-γείρ-αμεν ε-γείρ-ωμεν ε-γείρ-αιμεν ε-γειρ-άντων
η-γείρ-ατε ε-γείρ-ητε ε-γείρ-αιτε  
ή-γειρ-αν ε-γείρ-ωσι(ν) ε-γείρ-αιεν  

 
Απαρέμφατο Μετοχή
έ-γειρ-αι ε-γείρ-ας
  ε-γείρ-ασα
  ε-γείρ-αν

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ
Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική
ε-γήγερ-κα ε-γηγέρ-κω ε-γηγέρ-κοιμι ε-γήγερ-κε
ε-γήγερ-κας ε-γηγέρ-κης ε-γηγέρ-κοις ε-γηγερ-κέτω
ε-γήγερ-κε(ν) ε-γηγέρ-κη ε-γηγέρ-κοι ε-γηγέρ-κετε
ε-γηγέρ-καμεν ε-γηγέρ-κωμεν ε-γηγέρ-κοιμεν ε-γηγερ-κόντων
ε-γηγέρ-κατε ε-γηγέρ-κητε ε-γηγέρ-κοιτε  
ε-γηγέρ-κασι(ν) ε-γηγέρ-κωσι(ν) ε-γηγέρ-κοιεν  

 
Απαρέμφατο Μετοχή
ε-γηγερ-κέναι ε-γηγερ-κώς
  ε-γηγερ-κυία
  ε-γηγερ-κός

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ
Οριστική
η-γηγέρ-κειν
η-γηγέρ-κεις
η-γηγέρ-κει
η-γηγέρ-κειμεν
η-γηγέρ-κειτε
η-γηγέρ-κεισαν

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ
Οριστική Ευκτική
εγερ-θήσομαι εγερ-θησοίμην
εγερ-θήση εγερ-θήσοιο
εγερ-θήσεται εγερ-θήσοιτο
εγερ-θησόμεθα εγερ-θησοίμεθα
εγερ-θήσεσθε εγερ-θήσοισθε
εγερ-θήσονται εγερ-θήσοιντο

 
Απαρέμφατο Μετοχή
εγερ-θήσεσθαι εγερ-θησόμενος
  εγερ-θησομένη
  εγερ-θησόμενον

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ
Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική
η-γέρ-θην εγερ-θώ εγερ-θείην εγέρ-θητι
η-γέρ-θης εγερ-θής εγερ-θείης εγερ-θήτω
η-γέρ-θη εγερ-θή εγερ-θείη εγέρ-θητε
η-γέρ-θημεν εγερ-θώμεν εγερ-θείμεν εγερ-θέντων
η-γέρ-θητε εγερ-θήτε εγερ-θείτε  
η-γέρ-θησαν εγερ-θώσι(ν) εγερ-θείεν  

 
Απαρέμφατο Μετοχή
εγερ-θήναι εγερ-θείς
  εγερ-θείσα
  εγερ-θέν

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ
Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική
εγείρομαι εγείρ-ωμαι εγειρ-οίμην εγείρ-ου
εγείρ-ει εγείρ-η εγείρ-οιο εγειρ-έσθω
εγείρ-εται εγείρ-ηται εγείρ-οιτο εγείρ-εσθε
εγειρ-όμεθα εγειρ-ώμεθα εγειρ-οίμεθα εγειρ-έσθων
εγείρ-εσθε εγείρ-ησθε εγείρ-οισθε  
εγείρ-ονται εγείρ-ωνται εγείρ-οιντο  

 
Απαρέμφατο Μετοχή
εγείρ-εσθαι εγειρ-όμενος
  εγειρ-ομένη
  εγειρ-όμενον

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ
Οριστική
η-γειρ-όμην
η-γείρ-ου
η-γείρ-ετο
η-γειρ-όμεθα
η-γείρ-εσθε
η-γείρ-οντο

ΜΕΣΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ
Οριστική Ευκτική
* εγερ-οίμην
* εγερ-οίο
* εγερ-οίτο
* εγερ-οίμεθα
* εγερ-οίσθε
* εγερ-οίντο

 
Απαρέμφατο Μετοχή
* εγερ-ούμενος
  εγερ-ουμένη
  εγερ-ούμενον

ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ
Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική
η-γειρ-άμην ε-γείρ-ωμαι ε-γειρ-αίμην έ-γειρ-αι
ή-γρ-ου ε-γείρ-η ε-γείρ-αιο ε-γειρ-άσθω
ή-γρ-ετο ε-γείρ-ηται ε-γείρ-αιτο ε-γείρ-ασθε
η-γρ-όμεθα ε-γειρ-ώμεθα ε-γειρ-αίμεθα ε-γειρ-άσθων
ή-γρ-εσθε ε-γείρ-ησθε ε-γείρ-αισθε  
ή-γρ-οντο ε-γείρ-ωνται ε-γείρ-αιντο  

 
Απαρέμφατο Μετοχή
ε-γείρ-ασθαι ε-γειρ-άμενος
  ε-γειρ-αμένη
  ε-γειρ-άμενον

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ
Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική
ε-γήγερ-μαι ε-γηγερ-μένος ώ ε-γηγερ-μένος είην ε-γήγερ-σο
ε-γήγερ-σαι ε-γηγερ-μένη ής ε-γηγερ-μένη είης ε-γηγέρ-θω
ε-γήγερ-ται ε-γηγερ-μένον ή ε-γηγερ-μένον είη ε-γήγερ-θε
ε-γηγέρ-μεθα ε-γηγερ-μένοι ώμεν ε-γηγερ-μένοι είμεν ε-γηγέρ-θων
ε-γήγερ-θε ε-γηγερ-μέναι ήτε ε-γηγερ-μέναι είτε  
ε-γηγερ-μένοι εισί(ν) ε-γηγερ-μένα ώσι(ν) ε-γηγερ-μένα είεν  

 
Απαρέμφατο Μετοχή
ε-γηγέρ-θαι ε-γηγερ-μένος
  ε-γηγερ-μένη
  ε-γηγερ-μένον

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ
Οριστική
η-γηγέρ-μην
η-γήγερ-σο
η-γήγερ-το
η-γηγέρ-μεθα
η-γήγερ-θε
ε-γηγερ-μένοι ήσαν