Logos Multilingual Portal
  • Language: Ancient Greek
  • Verb: αισχύνω
ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ
Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική
αισχύνω αισχύν-ω αισχύν-οιμι αίσχυν-ε
αισχύν-εις αισχύν-ης αισχύν-οις αισχυν-έτω
αισχύν-ει αισχύν-η αισχύν-οι αισχύν-ετε
αισχύν-ομεν αισχύν-ωμεν αισχυν-όντων  
αισχύν-ετε αισχύν-ητε αισχύν-οιτε  
αισχύν-ουσιν αισχύν-ωσι(ν) αισχύν-οιεν  

 
Απαρέμφατο Μετοχή
αισχύν-ειν αισχύν-ων
  αισχύν-ουσα
  αισχύν-ον

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ
Οριστική
ή-σχυν-ον
ή-σχυν-ες
ή-σχυν-ε
η-σχύν-ομεν
η-σχύν-ετε
ή-σχυν-ον

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ
Οριστική Ευκτική
αισχυν-ώ αισχυν-οίην
αισχυν-είς αισχυν-οίης
αισχυν-εί αισχυν-οίη
αισχυν-ούμεν αισχυν-οίμεν
αισχυν-είτε αισχυν-οίτε
αισχυν-ούσι(ν) αισχυν-οίεν

 
Απαρέμφατο Μετοχή
αισχυν-είν αισχυν-ών
  αισχυν-ούσα
  αισχυν-ούν

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ
Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική
ή-σχυν-α αι-σχύν-ω αι-σχύν-αιμι αι-σχύν-ον
ή-σχυν-ας αι-σχύν-ης αι-σχύν-αις αι-σχυν-άτω
ή-σχυν-ε(ν) αι-σχύν-η αι-σχύν-αι αι-σχύν-ατε
η-σχύν-αμεν αι-σχύν-ωμεν αι-σχύν-αιμεν αι-σχυν-άντων
η-σχύν-ατε αι-σχύν-ητε αι-σχύν-αιτε  
ή-σχυν-αν αι-σχύν-ωσι(ν) αι-σχύν-αιεν  

 
Απαρέμφατο Μετοχή
αι-σχύν-αι αι-σχύν-ας
  αι-σχύν-ασα
  αι-σχύν-αν

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ
Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική
ή-σχυ-κα η-σχύ-κω η-σχύ-κοιμι ή-σχυ-κε
ή-σχυ-κας η-σχύ-κης η-σχύ-κοις η-σχυ-κέτω
ή-σχυ-κε(ν) η-σχύ-κη η-σχύ-κοι η-σχύ-κετε
η-σχύ-καμεν η-σχύ-κωμεν η-σχύ-κοιμεν η-σχυ-κόντων
η-σχύ-κατε η-σχύ-κητε η-σχύ-κοιτε  
η-σχύ-κασι(ν) η-σχύ-κωσι(ν) η-σχύ-κοιεν  

 
Απαρέμφατο Μετοχή
η-σχυ-κέναι η-σχυ-κώς
  η-σχυ-κυία
  η-σχυ-κός

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ
Οριστική
η-σχύ-κειν
η-σχύ-κεις
η-σχύ-κει
η-σχύ-κειμεν
η-σχύ-κειτε
η-σχύ-κεισαν

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ
Οριστική Ευκτική
αισχυν-θήσομαι αισχυν-θησοίμην
αισχυν-θήση αισχυν-θήσοιο
αισχυν-θήσεται αισχυν-θήσοιτο
αισχυν-θησόμεθα αισχυν-θησοίμεθα
αισχυν-θήσεσθε αισχυν-θήσοισθε
αισχυν-θήσονται αισχυν-θήσοιντο

 
Απαρέμφατο Μετοχή
αισχυν-θήσεσθαι αισχυν-θησόμενος
  αισχυν-θησομένη
  αισχυν-θησόμενον

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ
Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική
η-σχύν-θην αισχυν-θώ αισχυν-θείην αισχύν-θητι
η-σχύν-θης αισχυν-θής αισχυν-θείης αισχυν-θήτω
η-σχύν-θη αισχυν-θή αισχυν-θείη αισχύν-θητε
η-σχύν-θημεν αισχυν-θώμεν αισχυν-θείμεν αισχυν-θέντων
η-σχύν-θητε αισχυν-θήτε αισχυν-θείτε  
η-σχύν-θησαν αισχυν-θώσι(ν) αισχυν-θείεν  

 
Απαρέμφατο Μετοχή
αισχυν-θήναι αισχυν-θείς
  αισχυν-θείσα
  αισχυν-θέν

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ
Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική
αισχύνομαι αισχύν-ωμαι αισχυν-οίμην αισχύν-ου
αισχύν-ει αισχύν-η αισχύν-οιο αισχυν-έσθω
αισχύν-εται αισχύν-ηται αισχύν-οιτο αισχύν-εσθε
αισχυν-όμεθα αισχυν-ώμεθα αισχυν-οίμεθα αισχυν-έσθων
αισχύν-εσθε αισχύν-ησθε αισχύν-οισθε  
αισχύν-ονται αισχύν-ωνται αισχύν-οιντο  

 
Απαρέμφατο Μετοχή
αισχύν-εσθαι αισχυν-όμενος
  αισχυν-ομένη
  αισχυν-όμενον

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ
Οριστική
η-σχυν-όμην
η-σχύν-ου
η-σχύν-ετο
η-σχυν-όμεθα
η-σχύν-εσθε
η-σχύν-οντο

ΜΕΣΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ
Οριστική Ευκτική
* αισχυν-οίμην
* αισχυν-οίο
* αισχυν-οίτο
* αισχυν-οίμεθα
* αισχυν-οίσθε
* αισχυν-οίντο

 
Απαρέμφατο Μετοχή
* αισχυν-ούμενος
  αισχυν-ουμένη
  αισχυν-ούμενον

ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ
Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική
η-σχυν-άμην αι-σχύν-ωμαι αι-σχυν-αίμην αι-σχύν-αι
η-σχύν-ω αι-σχύν-η αι-σχύν-αιο αι-σχυν-άσθω
η-σχύν-ατο αι-σχύν-ηται αι-σχύν-αιτο αι-σχύν-ασθε
η-σχυν-άμεθα αι-σχυν-ώμεθα αι-σχυν-αίμεθα αι-σχυν-άσθων
η-σχύν-ασθε αι-σχύν-ησθε αι-σχύν-αισθε  
η-σχύν-αντο αι-σχύν-ωνται αι-σχύν-αιντο  

 
Απαρέμφατο Μετοχή
αι-σχύν-ασθαι αι-σχυν-άμενος
  αι-σχυν-αμένη
  αι-σχυν-άμενον

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ
Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική
ή-σχυμ-μαι η-σχυμ-μένος ώ η-σχυμ-μένος είην ή-σχυν-σο
ή-σχυν-σαι η-σχυμ-μένη ής η-σχυμ-μένη είης η-σχύν-θω
ή-σχυν-ται η-σχυμ-μένον ή η-σχυμ-μένον είη ή-σχυν-θε
η-σχύμ-μεθα η-σχυμ-μένοι ώμεν η-σχυμ-μένοι είμεν η-σχύν-θων
ή-σχυν-θε η-σχυμ-μέναι ήτε η-σχυμ-μέναι είτε  
η-σχυμ-μένοι εισί(ν) η-σχυμ-μένα ώσι(ν) η-σχυμ-μένα είεν  

 
Απαρέμφατο Μετοχή
η-σχύν-θαι η-σχυμ-μένος
  η-σχυμ-μένη
  η-σχυμ-μένον

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ
Οριστική
η-σχύμ-μην
ή-σχυν-σο
ή-σχυν-το
η-σχύμ-μεθα
ή-σχυν-θε
η-σχυμ-μένοι ήσαν