Logos Multilingual Portal
  • Language: Ancient Greek
  • Verb: αραρίσκω
ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ
Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική
αραρίσκω αραρίσκ-ω αραρίσκ-οιμι αράρισκ-ε
αραρίσκ-εις αραρίσκ-ης αραρίσκ-οις αραρισκ-έτω
αραρίσκ-ει αραρίσκ-η αραρίσκ-οι αραρίσκ-ετε
αραρίσκ-ομεν αραρίσκ-ωμεν αραρισκ-όντων  
αραρίσκ-ετε αραρίσκ-ητε αραρίσκ-οιτε  
αραρίσκ-ουσιν αραρίσκ-ωσι(ν) αραρίσκ-οιεν  

 
Απαρέμφατο Μετοχή
αραρίσκ-ειν αραρίσκ-ων
  αραρίσκ-ουσα
  αραρίσκ-ον

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ
Οριστική
η-ράρισκ-ον
η-ράρισκ-ες
η-ράρισκ-ε
η-ραρίσκ-ομεν
η-ραρίσκ-ετε
η-ράρισκ-ον

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ
Οριστική Ευκτική
* *
* *
* *
* *
* *
* *

 
Απαρέμφατο Μετοχή
* *
  *
  *

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ
Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική
ή-ρ-σα ά-ρ-σω ά-ρ-σαιμι ά-ρ-σον
ή-ρ-σας ά-ρ-σης ά-ρ-σαις α-ρ-σάτω
ή-ρ-σε(ν) ά-ρ-ση ά-ρ-σαι ά-ρ-σατε
ή-ρ-σαμεν ά-ρ-σωμεν ά-ρ-σαιμεν α-ρ-σάντων
ή-ρ-σατε ά-ρ-σητε ά-ρ-σαιτε  
ή-ρ-σαν ά-ρ-σωσι(ν) ά-ρ-σαιεν  

 
Απαρέμφατο Μετοχή
ά-ρ-σαι ά-ρ-σας
  ά-ρ-σασα
  ά-ρ-σαν

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ
Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική
ά-ραρ-α α-ράρ-ω α-ράρ-οιμι ά-ραρ-ε
ά-ραρ-ας α-ράρ-ης α-ράρ-οις α-ραρ-έτω
ά-ραρ-ε(ν) α-ράρ-η α-ράρ-οι α-ράρ-ετε
α-ράρ-αμεν α-ράρ-ωμεν α-ράρ-οιμεν α-ραρ-όντων
α-ράρ-ατε α-ράρ-ητε α-ράρ-οιτε  
α-ράρ-ασι(ν) α-ράρ-ωσι(ν) α-ράρ-οιεν  

 
Απαρέμφατο Μετοχή
α-ραρ-έναι α-ραρ-ώς
  α-ραρ-υία
  α-ραρ-ός

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ
Οριστική
η-ράρ-ειν
η-ράρ-εις
η-ράρ-ει
η-ράρ-ειμεν
η-ράρ-ειτε
η-ράρ-εισαν

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ
Οριστική Ευκτική
* *
* *
* *
* *
* *
* *

 
Απαρέμφατο Μετοχή
* *
  *
  *

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ
Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική
ή-ρ-θην αρ-θώ αρ-θείην άρ-θητι
ή-ρ-θης αρ-θής αρ-θείης αρ-θήτω
ή-ρ-θη αρ-θή αρ-θείη άρ-θητε
ή-ρ-θημεν αρ-θώμεν αρ-θείμεν αρ-θέντων
ή-ρ-θητε αρ-θήτε αρ-θείτε  
ή-ρ-θησαν αρ-θώσι(ν) αρ-θείεν  

 
Απαρέμφατο Μετοχή
αρ-θήναι αρ-θείς
  αρ-θείσα
  αρ-θέν

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ
Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική
αραρίσκομαι αραρίσκ-ωμαι αραρισκ-οίμην αραρίσκ-ου
αραρίσκ-ει αραρίσκ-η αραρίσκ-οιο αραρισκ-έσθω
αραρίσκ-εται αραρίσκ-ηται αραρίσκ-οιτο αραρίσκ-εσθε
αραρισκ-όμεθα αραρισκ-ώμεθα αραρισκ-οίμεθα αραρισκ-έσθων
αραρίσκ-εσθε αραρίσκ-ησθε αραρίσκ-οισθε  
αραρίσκ-ονται αραρίσκ-ωνται αραρίσκ-οιντο  

 
Απαρέμφατο Μετοχή
αραρίσκ-εσθαι αραρισκ-όμενος
  αραρισκ-ομένη
  αραρισκ-όμενον

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ
Οριστική
η-ραρισκ-όμην
η-ραρίσκ-ου
η-ραρίσκ-ετο
η-ραρισκ-όμεθα
η-ραρίσκ-εσθε
η-ραρίσκ-οντο

ΜΕΣΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ
Οριστική Ευκτική
άρ-σομαι *
άρ-σει *
άρ-σεται *
αρ-σόμεθα *
άρ-σεσθε *
άρ-σονται *

 
Απαρέμφατο Μετοχή
άρ-σεσθαι *
  *
  *

ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ
Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική
η-ραρ-άμην ά-ρ-σωμαι α-ρ-σαίμην ά-ρ-σαι
η-ράρ-ω ά-ρ-ση ά-ρ-σαιο α-ρ-σάσθω
η-ράρ-ατο ά-ρ-σηται ά-ρ-σαιτο ά-ρ-σασθε
η-ραρ-άμεθα α-ρ-σώμεθα α-ρ-σαίμεθα α-ρ-σάσθων
η-ράρ-ασθε ά-ρ-σησθε ά-ρ-σαισθε  
η-ράρ-αντο ά-ρ-σωνται ά-ρ-σαιντο  

 
Απαρέμφατο Μετοχή
ά-ρ-σασθαι α-ρ-σάμενος
  α-ρ-σαμένη
  α-ρ-σάμενον

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ
Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική
α-ρήρε-μαι α-ρηρε-μένος ώ α-ρηρε-μένος είην α-ρήρε-σο
α-ρήρε-σαι α-ρηρε-μένη ής α-ρηρε-μένη είης α-ρηρέ-σθω
α-ρήρε-ται α-ρηρε-μένον ή α-ρηρε-μένον είη α-ρήρε-σθε
α-ρηρέ-μεθα α-ρηρε-μένοι ώμεν α-ρηρε-μένοι είμεν α-ρηρέ-σθων
α-ρήρε-σθε α-ρηρε-μέναι ήτε α-ρηρε-μέναι είτε  
α-ρήρε-νται α-ρηρε-μένα ώσι(ν) α-ρηρε-μένα είεν  

 
Απαρέμφατο Μετοχή
α-ρηρέ-σθαι α-ρηρε-μένος
  α-ρηρε-μένη
  α-ρηρε-μένον

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ
Οριστική
η-ρηρέ-μην
η-ρήρε-σο
η-ρήρε-το
η-ρηρέ-μεθα
η-ρήρε-σθε
η-ρήρε-ντο