PASSO DA QUI
OG.png έραμαι

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Οριστική

  • έραμαι
  • έρ-ασαι
  • έρ-αται
  • ερ-άμεθα
  • έρ-ασθε
  • έρ-ανται

Υποτακτική

  • ερ-ώμαι
  • ερ-ή
  • ερ-ήται
  • ερ-ώμεθα
  • ερ-ήσθε
  • ερ-ώνται
 

Ευκτική

  • ερ-αίμην
  • ερ-αίο
  • ερ-αίτο
  • ερ-άσθων(-άσθωσαν)
  • ερ-αίσθε
  • ερ-αίντο

Προστακτική

  • έρ-ασο
  • ερ-άσθω
  • έρ-ασθε
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • έρ-ασθαι

Μετοχή

  • ερ-άμενος
  • ερ-αμένη
  • ερ-άμενον

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Οριστική

  • η-ρ-άμην
  • ή-ρ-ασο
  • ή-ρ-ατο
  • η-ρ-άμεθα
  • ή-ρ-ασθε
  • ή-ρ-αντο

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *

Ευκτική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
 

Απαρέμφατο

  • *

Μετοχή

  • *
  • *
  • *

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *

Υποτακτική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
 

Ευκτική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *

Προστακτική

  • *
  • *
  • *
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • *

Μετοχή

  • *
  • *
  • *

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Οριστική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *

Υποτακτική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
 

Ευκτική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *

Προστακτική

  • *
  • *
  • *
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • *

Μετοχή

  • *
  • *
  • *

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

Οριστική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • ερασ-θησοίμην
  • ερασ-θήσοιο
  • ερασ-θήσοιτο
  • ερασ-θησοίμεθα
  • ερασ-θήσοισθε
  • ερασ-θήσοιντο

Απαρέμφατο

  • ερασ-θήσεσθαι
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
 

Μετοχή

  • ερασ-θησόμενος
  • ερασ-θησομένη
  • ερασ-θησόμενον

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • η-ράσ-θην
  • η-ράσ-θης
  • η-ράσ-θη
  • η-ράσ-θημεν
  • η-ράσ-θητε
  • η-ράσ-θησαν

Υποτακτική

  • ερασ-θώ
  • ερασ-θής
  • ερασ-θή
  • ερασ-θώμεν
  • ερασ-θήτε
  • ερασ-θώσι(ν)
 

Ευκτική

  • ερασ-θείην
  • ερασ-θείης
  • ερασ-θείη
  • ερασ-θείμεν
  • ερασ-θείτε
  • ερασ-θείεν

Προστακτική

  • εράσ-θητι
  • ερασ-θήτω
  • ερασ-θέντων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • ερασ-θήναι

Μετοχή

  • ερασ-θείς
  • ερασ-θείσα
  • ερασ-θέν

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Οριστική

  • έραμαι
  • έρ-ασαι
  • έρ-αται
  • ερ-άμεθα
  • έρ-ασθε
  • έρ-ανται

Υποτακτική

  • έρ-ωμαι
  • έρ-η
  • έρ-ηται
  • ερ-ώμεθα
  • έρ-ησθε
  • έρ-ωνται
 

Ευκτική

  • ερ-αίμην
  • ερ-αίο
  • ερ-αίτο
  • ερ-αίμεθα
  • ερ-αίσθε
  • ερ-αίντο

Προστακτική

  • έρ-ασο
  • ερ-άσθω
  • ερ-άσθων(-άσθωσαν)
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • έρ-ασθαι

Μετοχή

  • ερ-άμενος
  • ερ-αμένη
  • ερ-άμενον

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Οριστική

  • η-ρ-άμην
  • ή-ρ-ασο
  • ή-ρ-ατο
  • η-ρ-άμεθα
  • ή-ρ-ασθε
  • ή-ρ-ασθε

ΜΕΣΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *

Απαρέμφατο

  • *
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
 

Μετοχή

  • *
  • *
  • *

ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • η-ρασ-άμην
  • η-ράσ-ω
  • η-ράσ-ατο
  • η-ρασ-άμεθα
  • η-ράσ-ασθε
  • η-ράσ-αντο

Υποτακτική

  • ει-ράσ-ωμαι
  • ει-ράσ-η
  • ει-ράσ-ηται
  • ει-ρασ-ώμεθα
  • ει-ράσ-ησθε
  • ει-ράσ-ωνται
 

Ευκτική

  • ει-ρασ-αίμην
  • ει-ράσ-αιο
  • ει-ράσ-αιτο
  • ει-ρασ-αίμεθα
  • ει-ράσ-αισθε
  • ει-ράσ-αιντο

Προστακτική

  • εί-ρασ-αι
  • ει-ρασ-άσθω
  • ει-ρασ-άσθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • ει-ράσ-ασθαι

Μετοχή

  • ει-ρασ-άμενος
  • ει-ρασ-αμένη
  • ει-ρασ-άμενον

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Οριστική

  • ηράσ-μην
  • ήρα-σο
  • ήρασ-το
  • ηράσ-μεθα
  • ήρασ-θε
  • ηρασ-μένοι ήσαν

Υποτακτική

  • ηρασ-μένος ώ
  • ηρασ-μένη ής
  • ηρασ-μένον ή
  • ηρασ-μένοι ώμεν
  • ηρασ-μέναι ήτε
  • ηρασ-μένα ώσι(ν)
 

Ευκτική

  • ηρασ-μένος είην
  • ηρασ-μένη είης
  • ηρασ-μένον είη
  • ηρασ-μένοι είμεν
  • ηρασ-μέναι είτε
  • ηρασ-μένα είεν

Προστακτική

  • ήρα-σο
  • ηρά-σθω
  • ηρά-σθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • ηρά-σθαι

Μετοχή

  • ηρασ-μένος
  • ηρασ-μένη
  • ηρασ-μένον