PASSO DA QUI
OG.png ζεύγνυμι

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Οριστική

  • ζεύγνυμι
  • ζεύγ-νυς
  • ζεύγ-νυσιν
  • ζεύγ-νυμεν
  • ζεύγ-νυτε
  • ζευγ-νύασιν

Υποτακτική

  • ζευγ-νύω
  • ζευγ-νύης
  • ζευγ-νύη
  • ζευγ-νύωμεν
  • ζευγ-νύητε
  • ζευγ-νύωσι(ν)
 

Ευκτική

  • ζευγ-νύοιμι
  • ζευγ-νύοις
  • ζευγ-νύοι
  • ζευγ-νύντων
  • ζευγ-νύοιτε
  • ζευγ-νύοιεν

Προστακτική

  • ζεύγ-νυ
  • ζευγ-νύτω
  • ζεύγ-νυτε
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • ζευγ-νύναι

Μετοχή

  • ζευγ-νύς
  • ζευγ-νύσα
  • ζευγ-νύν

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Οριστική

  • ε-ζεύγ-νυν
  • ε-ζεύγ-νυς
  • ε-ζεύγ-νυ
  • ε-ζεύγ-νυμεν
  • ε-ζεύγ-νυτε
  • ε-ζεύγ-νυσαν

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • ζεύξ-ω
  • ζεύξ-εις
  • ζεύξ-ει
  • ζεύξ-ομεν
  • ζεύξ-ετε
  • ζεύξ-ουσι(ν)

Ευκτική

  • ζεύξ-οιμι
  • ζεύξ-οις
  • ζεύξ-οι
  • ζεύξ-οιμεν
  • ζεύξ-οιτε
  • ζεύξ-οιεν
 

Απαρέμφατο

  • ζεύξ-ειν

Μετοχή

  • ζεύξ-ων
  • ζεύξ-ουσα
  • ζεύξ-ον

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • έ-ζευξ-α
  • έ-ζευξ-ας
  • έ-ζευξ-ε(ν)
  • ε-ζεύξ-αμεν
  • ε-ζεύξ-ατε
  • έ-ζευξ-αν

Υποτακτική

  • ζεύξ-ω
  • ζεύξ-ης
  • ζεύξ-η
  • ζεύξ-ωμεν
  • ζεύξ-ητε
  • ζεύξ-ωσι(ν)
 

Ευκτική

  • ζεύξ-αιμι
  • ζεύξ-αις
  • ζεύξ-αι
  • ζεύξ-αιμεν
  • ζεύξ-αιτε
  • ζεύξ-αιεν

Προστακτική

  • ζεύξ-ον
  • ζευξ-άτω
  • ζευξ-άντων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • ζεύξ-αι

Μετοχή

  • ζεύξ-ας
  • ζεύξ-ασα
  • ζεύξ-αν

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Οριστική

  • έ-ζευχ-α
  • έ-ζευχ-ας
  • έ-ζευχ-ε(ν)
  • ε-ζεύχ-αμεν
  • ε-ζεύχ-ατε
  • ε-ζεύχ-ασι(ν)

Υποτακτική

  • ε-ζεύχ-ω
  • ε-ζεύχ-ης
  • ε-ζεύχ-η
  • ε-ζεύχ-ωμεν
  • ε-ζεύχ-ητε
  • ε-ζεύχ-ωσι(ν)
 

Ευκτική

  • ε-ζεύχ-οιμι
  • ε-ζεύχ-οις
  • ε-ζεύχ-οι
  • ε-ζεύχ-οιμεν
  • ε-ζεύχ-οιτε
  • ε-ζεύχ-οιεν

Προστακτική

  • έ-ζευχ-ε
  • ε-ζευχ-έτω
  • ε-ζευχ-όντων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • ε-ζευχ-έναι

Μετοχή

  • ε-ζευχ-ώς
  • ε-ζευχ-υία
  • ε-ζευχ-ός

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

Οριστική

  • ε-ζεύχ-ειν
  • ε-ζεύχ-εις
  • ε-ζεύχ-ει
  • ε-ζεύχ-ειμεν
  • ε-ζεύχ-ειτε
  • ε-ζεύχ-εισαν

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • ζευχ-θησοίμην
  • ζευχ-θήσοιο
  • ζευχ-θήσοιτο
  • ζευχ-θησοίμεθα
  • ζευχ-θήσοισθε
  • ζευχ-θήσοιντο

Απαρέμφατο

  • ζευχ-θήσεσθαι
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
 

Μετοχή

  • ζευχ-θησόμενος
  • ζευχ-θησομένη
  • ζευχ-θησόμενον

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • ε-ζεύχ-θην
  • ε-ζεύχ-θης
  • ε-ζεύχ-θη
  • ε-ζεύχ-θημεν
  • ε-ζεύχ-θητε
  • ε-ζεύχ-θησαν

Υποτακτική

  • ζευχ-θώ
  • ζευχ-θής
  • ζευχ-θή
  • ζευχ-θώμεν
  • ζευχ-θήτε
  • ζευχ-θώσι(ν)
 

Ευκτική

  • ζευχ-θείην
  • ζευχ-θείης
  • ζευχ-θείη
  • ζευχ-θείμεν
  • ζευχ-θείτε
  • ζευχ-θείεν

Προστακτική

  • ζεύχ-θητι
  • ζευχ-θήτω
  • ζευχ-θέντων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • ζευχ-θήναι

Μετοχή

  • ζευχ-θείς
  • ζευχ-θείσα
  • ζευχ-θέν

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Οριστική

  • ζεύγνυμαι
  • ζεύγνυ-σαι
  • ζεύγνυ-ται
  • ζευγνύ-μεθα
  • ζεύγνυ-σθε
  • ζεύγνυ-νται

Υποτακτική

  • ζευγ-νύωμαι
  • ζευγ-νύη
  • ζευγ-νύηται
  • ζευγ-νυώμεθα
  • ζευγ-νύησθε
  • ζευγ-νύωνται
 

Ευκτική

  • ζευγ-νυοίμην
  • ζευγ-νύοιο
  • ζευγ-νύοιτο
  • ζευγ-νυοίμεθα
  • ζευγ-νύοισθε
  • ζευγ-νύοιντο

Προστακτική

  • ζεύγ-νυσο
  • ζευγ-νύσθω
  • ζευγ-νύσθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • ζεύγ-νυσθαι

Μετοχή

  • ζευγ-νύμενος
  • ζευγ-νυμένη
  • ζευγ-νύμενον

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Οριστική

  • ε-ζευγ-νύμην
  • ε-ζεύγ-νυσο
  • ε-ζεύγ-νυτο
  • ε-ζευγ-νύμεθα
  • ε-ζεύγ-νυσθε
  • ε-ζεύγ-νυσθε

ΜΕΣΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • ζευξ-οίμην
  • ζεύξ-οιο
  • ζεύξ-οιτο
  • ζευξ-οίμεθα
  • ζεύξ-οισθε
  • ζεύξ-οιντο

Απαρέμφατο

  • ζεύξ-εσθαι
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
 

Μετοχή

  • ζευξ-όμενος
  • ζευξ-ομένη
  • ζευξ-όμενον

ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • ε-ζευξ-άμην
  • ε-ζεύξ-ω
  • ε-ζεύξ-ατο
  • ε-ζευξ-άμεθα
  • ε-ζεύξ-ασθε
  • ε-ζεύξ-αντο

Υποτακτική

  • ζεύξ-ωμαι
  • ζεύξ-η
  • ζεύξ-ηται
  • ζευξ-ώμεθα
  • ζεύξ-ησθε
  • ζεύξ-ωνται
 

Ευκτική

  • ζευξ-αίμην
  • ζεύξ-αιο
  • ζεύξ-αιτο
  • ζευξ-αίμεθα
  • ζεύξ-αισθε
  • ζεύξ-αιντο

Προστακτική

  • ζεύξ-αι
  • ζευξ-άσθω
  • ζευξ-άσθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • ζεύξ-ασθαι

Μετοχή

  • ζευξ-άμενος
  • ζευξ-αμένη
  • ζευξ-άμενον

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Οριστική

  • ε-ζεύγ-μην
  • έ-ζευ-ξο
  • έ-ζευκ-το
  • ε-ζεύγ-μεθα
  • έ-ζευχ-θε
  • ε-ζευγ-μένοι ήσαν

Υποτακτική

  • ε-ζευγ-μένος ώ
  • ε-ζευγ-μένη ής
  • ε-ζευγ-μένον ή
  • ε-ζευγ-μένοι ώμεν
  • ε-ζευγ-μέναι ήτε
  • ε-ζευγ-μένα ώσι(ν)
 

Ευκτική

  • ε-ζευγ-μένος είην
  • ε-ζευγ-μένη είης
  • ε-ζευγ-μένον είη
  • ε-ζευγ-μένοι είμεν
  • ε-ζευγ-μέναι είτε
  • ε-ζευγ-μένα είεν

Προστακτική

  • έ-ζευ-ξο
  • ε-ζεύχ-θω
  • ε-ζεύχ-θων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • ε-ζεύχ-θαι

Μετοχή

  • ε-ζευγ-μένος
  • ε-ζευγ-μένη
  • ε-ζευγ-μένον