PASSO DA QUI
OG.png κορέννυμι

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Οριστική

  • κορέννυμι
  • κορέν-νυς
  • κορέν-νυσιν
  • κορέν-νυμεν
  • κορέν-νυτε
  • κορεν-νύασιν

Υποτακτική

  • κορεν-νύω
  • κορεν-νύης
  • κορεν-νύη
  • κορεν-νύωμεν
  • κορεν-νύητε
  • κορεν-νύωσι(ν)
 

Ευκτική

  • κορεν-νύοιμι
  • κορεν-νύοις
  • κορεν-νύοι
  • κορεν-νύντων
  • κορεν-νύοιτε
  • κορεν-νύοιεν

Προστακτική

  • κορέν-νυ
  • κορεν-νύτω
  • κορέν-νυτε
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • κορεν-νύναι

Μετοχή

  • κορεν-νύς
  • κορεν-νύσα
  • κορεν-νύν

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Οριστική

  • ε-κορέν-νυν
  • ε-κορέν-νυς
  • ε-κορέν-νυ
  • ε-κορέν-νυμεν
  • ε-κορέν-νυτε
  • ε-κορέν-νυσαν

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • κορέ-σω
  • κορέ-σεις
  • κορέ-σει
  • κορέ-σομεν
  • κορέ-σετε
  • κορέ-σουσι(ν)

Ευκτική

  • κορέ-σοιμι
  • κορέ-σοις
  • κορέ-σοι
  • κορέ-σοιμεν
  • κορέ-σοιτε
  • κορέ-σοιεν
 

Απαρέμφατο

  • κορέ-σειν

Μετοχή

  • κορέ-σων
  • κορέ-σουσα
  • κορέ-σον

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • ε-κόρε-σα
  • ε-κόρε-σας
  • ε-κόρε-σε(ν)
  • ε-κορέ-σαμεν
  • ε-κορέ-σατε
  • ε-κόρε-σαν

Υποτακτική

  • κορέ-σω
  • κορέ-σης
  • κορέ-ση
  • κορέ-σωμεν
  • κορέ-σητε
  • κορέ-σωσι(ν)
 

Ευκτική

  • κορέ-σαιμι
  • κορέ-σαις
  • κορέ-σαι
  • κορέ-σαιμεν
  • κορέ-σαιτε
  • κορέ-σαιεν

Προστακτική

  • κόρε-σον
  • κορε-σάτω
  • κορε-σάντων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • κόρε-σαι

Μετοχή

  • κορέ-σας
  • κορέ-σασα
  • κορέ-σαν

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Οριστική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *

Υποτακτική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
 

Ευκτική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *

Προστακτική

  • *
  • *
  • *
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • *

Μετοχή

  • *
  • *
  • *

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

Οριστική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *

Απαρέμφατο

  • *
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
 

Μετοχή

  • *
  • *
  • *

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • ε-κορέσ-θην
  • ε-κορέσ-θης
  • ε-κορέσ-θη
  • ε-κορέσ-θημεν
  • ε-κορέσ-θητε
  • ε-κορέσ-θησαν

Υποτακτική

  • κορεσ-θώ
  • κορεσ-θής
  • κορεσ-θή
  • κορεσ-θώμεν
  • κορεσ-θήτε
  • κορεσ-θώσι(ν)
 

Ευκτική

  • κορεσ-θείην
  • κορεσ-θείης
  • κορεσ-θείη
  • κορεσ-θείμεν
  • κορεσ-θείτε
  • κορεσ-θείεν

Προστακτική

  • κορέσ-θητι
  • κορεσ-θήτω
  • κορεσ-θέντων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • κορεσ-θήναι

Μετοχή

  • κορεσ-θείς
  • κορεσ-θείσα
  • κορεσ-θέν

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Οριστική

  • κορέννυμαι
  • κορέννυ-σαι
  • κορέννυ-ται
  • κορεννύ-μεθα
  • κορέννυ-σθε
  • κορέννυ-νται

Υποτακτική

  • κορεν-νύωμαι
  • κορεν-νύη
  • κορεν-νύηται
  • κορεν-νυώμεθα
  • κορεν-νύησθε
  • κορεν-νύωνται
 

Ευκτική

  • κορεν-νυοίμην
  • κορεν-νύοιο
  • κορεν-νύοιτο
  • κορεν-νυοίμεθα
  • κορεν-νύοισθε
  • κορεν-νύοιντο

Προστακτική

  • κορέν-νυσο
  • κορεν-νύσθω
  • κορεν-νύσθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • κορέν-νυσθαι

Μετοχή

  • κορεν-νύμενος
  • κορεν-νυμένη
  • κορεν-νύμενον

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Οριστική

  • ε-κορεν-νύμην
  • ε-κορέν-νυσο
  • ε-κορέν-νυτο
  • ε-κορεν-νύμεθα
  • ε-κορέν-νυσθε
  • ε-κορέν-νυσθε

ΜΕΣΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • κορε-σοίμην
  • κορέ-σοιο
  • κορέ-σοιτο
  • κορε-σοίμεθα
  • κορέ-σοισθε
  • κορέ-σοιντο

Απαρέμφατο

  • κορέ-σεσθαι
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
 

Μετοχή

  • κορε-σόμενος
  • κορε-σομένη
  • κορε-σόμενον

ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • ε-κορε-σάμην
  • ε-κορέ-σω
  • ε-κορέ-σατο
  • ε-κορε-σάμεθα
  • ε-κορέ-σασθε
  • ε-κορέ-σαντο

Υποτακτική

  • κορέ-σωμαι
  • κορέ-ση
  • κορέ-σηται
  • κορε-σώμεθα
  • κορέ-σησθε
  • κορέ-σωνται
 

Ευκτική

  • κορε-σαίμην
  • κορέ-σαιο
  • κορέ-σαιτο
  • κορε-σαίμεθα
  • κορέ-σαισθε
  • κορέ-σαιντο

Προστακτική

  • κόρε-σαι
  • κορε-σάσθω
  • κορε-σάσθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • κορέ-σασθαι

Μετοχή

  • κορε-σάμενος
  • κορε-σαμένη
  • κορε-σάμενον

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Οριστική

  • ε-κε-κορέσ-μην
  • ε-κε-κόρε-σο
  • ε-κε-κόρεσ-το
  • ε-κε-κορέσ-μεθα
  • ε-κε-κόρεσ-θε
  • κε-κορεσ-μένοι ήσαν

Υποτακτική

  • κε-κορεσ-μένος ώ
  • κε-κορεσ-μένη ής
  • κε-κορεσ-μένον ή
  • κε-κορεσ-μένοι ώμεν
  • κε-κορεσ-μέναι ήτε
  • κε-κορεσ-μένα ώσι(ν)
 

Ευκτική

  • κε-κορεσ-μένος είην
  • κε-κορεσ-μένη είης
  • κε-κορεσ-μένον είη
  • κε-κορεσ-μένοι είμεν
  • κε-κορεσ-μέναι είτε
  • κε-κορεσ-μένα είεν

Προστακτική

  • κε-κόρε-σο
  • κε-κορέ-σθω
  • κε-κορέ-σθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • κε-κορέ-σθαι

Μετοχή

  • κε-κορεσ-μένος
  • κε-κορεσ-μένη
  • κε-κορεσ-μένον