PASSO DA QUI
OG.png γαμέω

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Οριστική

  • γαμέω
  • γαμ-είς
  • γαμ-εί
  • γαμ-ούμεν
  • γαμ-είτε
  • γαμ-ούσιν

Υποτακτική

  • γαμ-έω(-ώ)
  • γαμ-ής
  • γαμ-ή
  • γαμ-ώμεν
  • γαμ-ήτε
  • γαμ-ώσιν
 

Ευκτική

  • γαμ-οίην
  • γαμ-οίης
  • γαμ-οίη
  • γαμ-ούσιν
  • γαμ-οίτε
  • γαμ-οίεν

Προστακτική

  • γάμ-ει
  • γαμ-είτω
  • γαμ-είτε
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • γαμ-είν

Μετοχή

  • γαμ-ών
  • γαμ-ούσα
  • γαμ-ούν

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Οριστική

  • ε-γάμ-ουν
  • ε-γάμ-εις
  • ε-γάμ-ει
  • ε-γαμ-ούμεν
  • ε-γαμ-είτε
  • ε-γάμ-ουν

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • γαμή-σω
  • γαμή-σεις
  • γαμή-σει
  • γαμή-σομεν
  • γαμή-σετε
  • γαμή-σουσι(ν)

Ευκτική

  • γαμή-σοιμι
  • γαμή-σοις
  • γαμή-σοι
  • γαμή-σοιμεν
  • γαμή-σοιτε
  • γαμή-σοιεν
 

Απαρέμφατο

  • γαμή-σειν

Μετοχή

  • γαμή-σων
  • γαμή-σουσα
  • γαμή-σον

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • ε-γάμη-σα
  • ε-γάμη-σας
  • ε-γάμη-σε(ν)
  • ε-γαμή-σαμεν
  • ε-γαμή-σατε
  • ε-γάμη-σαν

Υποτακτική

  • γαμή-σω
  • γαμή-σης
  • γαμή-ση
  • γαμή-σωμεν
  • γαμή-σητε
  • γαμή-σωσι(ν)
 

Ευκτική

  • γαμή-σαιμι
  • γαμή-σαις
  • γαμή-σαι
  • γαμή-σαιμεν
  • γαμή-σαιτε
  • γαμή-σαιεν

Προστακτική

  • γάμη-σον
  • γαμη-σάτω
  • γαμη-σάντων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • γάμη-σαι

Μετοχή

  • γαμή-σας
  • γαμή-σασα
  • γαμή-σαν

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Οριστική

  • γε-γάμη-κα
  • γε-γάμη-κας
  • γε-γάμη-κε(ν)
  • γε-γαμή-καμεν
  • γε-γαμή-κατε
  • γε-γαμή-κασι(ν)

Υποτακτική

  • γε-γαμή-κω
  • γε-γαμή-κης
  • γε-γαμή-κη
  • γε-γαμή-κωμεν
  • γε-γαμή-κητε
  • γε-γαμή-κωσι(ν)
 

Ευκτική

  • γε-γαμή-κοιμι
  • γε-γαμή-κοις
  • γε-γαμή-κοι
  • γε-γαμή-κοιμεν
  • γε-γαμή-κοιτε
  • γε-γαμή-κοιεν

Προστακτική

  • γε-γάμη-κε
  • γε-γαμη-κέτω
  • γε-γαμη-κόντων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • γε-γαμη-κέναι

Μετοχή

  • γε-γαμη-κώς
  • γε-γαμη-κυία
  • γε-γαμη-κός

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

Οριστική

  • ε-γεγαμή-κειν
  • ε-γεγαμή-κεις
  • ε-γεγαμή-κει
  • ε-γεγαμή-κειμεν
  • ε-γεγαμή-κειτε
  • ε-γεγαμή-κεισαν

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • γαμη-θησοίμην
  • γαμη-θήσοιο
  • γαμη-θήσοιτο
  • γαμη-θησοίμεθα
  • γαμη-θήσοισθε
  • γαμη-θήσοιντο

Απαρέμφατο

  • γαμη-θήσεσθαι
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
 

Μετοχή

  • γαμη-θησόμενος
  • γαμη-θησομένη
  • γαμη-θησόμενον

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • ε-γαμή-θην
  • ε-γαμή-θης
  • ε-γαμή-θη
  • ε-γαμή-θημεν
  • ε-γαμή-θητε
  • ε-γαμή-θησαν

Υποτακτική

  • γαμη-θώ
  • γαμη-θής
  • γαμη-θή
  • γαμη-θώμεν
  • γαμη-θήτε
  • γαμη-θώσι(ν)
 

Ευκτική

  • γαμη-θείην
  • γαμη-θείης
  • γαμη-θείη
  • γαμη-θείμεν
  • γαμη-θείτε
  • γαμη-θείεν

Προστακτική

  • γαμή-θητι
  • γαμη-θήτω
  • γαμη-θέντων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • γαμη-θήναι

Μετοχή

  • γαμη-θείς
  • γαμη-θείσα
  • γαμη-θέν

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Οριστική

  • γαμούμαι
  • γαμ-εί
  • γαμ-είται
  • γαμ-ούμεθα
  • γαμ-είσθε
  • γαμ-ούνται

Υποτακτική

  • γαμ-ώμαι
  • γαμ-ή
  • γαμ-ήται
  • γαμ-ώμεθα
  • γαμ-ήσθε
  • γαμ-ώνται
 

Ευκτική

  • γαμ-οίμην
  • γαμ-οίο
  • γαμ-οίτο
  • γαμ-οίμεθα
  • γαμ-οίσθε
  • γαμ-οίντο

Προστακτική

  • γαμ-ού
  • γαμ-είσθω
  • γαμ-είσθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • γαμ-είσθαι

Μετοχή

  • γαμ-ούμενος
  • γαμ-ουμένη
  • γαμ-ούμενον

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Οριστική

  • ε-γαμ-ούμην
  • ε-γαμ-ού
  • ε-γαμ-είτο
  • ε-γαμ-ούμεθα
  • ε-γαμ-είσθε
  • ε-γαμ-ούντο

ΜΕΣΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • γαμη-σοίμην
  • γαμή-σοιο
  • γαμή-σοιτο
  • γαμη-σοίμεθα
  • γαμή-σοισθε
  • γαμή-σοιντο

Απαρέμφατο

  • γαμ-είσθαι
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
 

Μετοχή

  • γαμη-σόμενος
  • γαμη-σομένη
  • γαμη-σόμενον

ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • ε-γαμη-σάμην
  • ε-γαμή-σω
  • ε-γαμή-σατο
  • ε-γαμη-σάμεθα
  • ε-γαμή-σασθε
  • ε-γαμή-σαντο

Υποτακτική

  • γαμή-σωμαι
  • γαμή-ση
  • γαμή-σηται
  • γαμη-σώμεθα
  • γαμή-σησθε
  • γαμή-σωνται
 

Ευκτική

  • γαμη-σαίμην
  • γαμή-σαιο
  • γαμή-σαιτο
  • γαμη-σαίμεθα
  • γαμή-σαισθε
  • γαμή-σαιντο

Προστακτική

  • γάμη-σαι
  • γαμη-σάσθω
  • γαμη-σάσθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • γαμή-σασθαι

Μετοχή

  • γαμη-σάμενος
  • γαμη-σαμένη
  • γαμη-σάμενον

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Οριστική

  • ε-γε-γαμή-μην
  • ε-γε-γάμη-σο
  • ε-γε-γάμη-το
  • ε-γε-γαμή-μεθα
  • ε-γε-γάμη-σθε
  • ε-γε-γάμη-ντο

Υποτακτική

  • γε-γαμη-μένος ώ
  • γε-γαμη-μένη ής
  • γε-γαμη-μένον ή
  • γε-γαμη-μένοι ώμεν
  • γε-γαμη-μέναι ήτε
  • γε-γαμη-μένα ώσι(ν)
 

Ευκτική

  • γε-γαμη-μένος είην
  • γε-γαμη-μένη είης
  • γε-γαμη-μένον είη
  • γε-γαμη-μένοι είμεν
  • γε-γαμη-μέναι είτε
  • γε-γαμη-μένα είεν

Προστακτική

  • γε-γάμη-σο
  • γε-γαμή-σθω
  • γε-γαμή-σθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • γε-γαμή-σθαι

Μετοχή

  • γε-γαμη-μένος
  • γε-γαμη-μένη
  • γε-γαμη-μένον