PASSO DA QUI
OG.png κοιμάω

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Οριστική

  • κοιμάω
  • κοιμ-άς
  • κοιμ-ά
  • κοιμ-ώμεν
  • κοιμ-άτε
  • κοιμ-ώσιν

Υποτακτική

  • κοιμ-άω(-ώ)
  • κοιμ-άς
  • κοιμ-ά
  • κοιμ-ώμεν
  • κοιμ-άτε
  • κοιμ-ώσιν
 

Ευκτική

  • κοιμ-ώην
  • κοιμ-ώης
  • κοιμ-ώη
  • κοιμ-ώντων
  • κοιμ-ώτε
  • κοιμ-ώεν

Προστακτική

  • κοίμ-α
  • κοιμ-άτω
  • κοιμ-άτε
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • κοιμ-άν

Μετοχή

  • κοιμ-ών
  • κοιμ-ώσα
  • κοιμ-ών

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Οριστική

  • ε-κοίμ-ων
  • ε-κοίμ-ας
  • ε-κοίμ-α
  • ε-κοιμ-ώμεν
  • ε-κοιμ-άτε
  • ε-κοίμ-ων

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • κοιμή-σω
  • κοιμή-σεις
  • κοιμή-σει
  • κοιμή-σομεν
  • κοιμή-σετε
  • κοιμή-σουσι(ν)

Ευκτική

  • κοιμή-σοιμι
  • κοιμή-σοις
  • κοιμή-σοι
  • κοιμή-σοιμεν
  • κοιμή-σοιτε
  • κοιμή-σοιεν
 

Απαρέμφατο

  • κοιμή-σειν

Μετοχή

  • κοιμή-σων
  • κοιμή-σουσα
  • κοιμή-σον

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • ε-κοίμη-σα
  • ε-κοίμη-σας
  • ε-κοίμη-σε(ν)
  • ε-κοιμή-σαμεν
  • ε-κοιμή-σατε
  • ε-κοίμη-σαν

Υποτακτική

  • κοιμή-σω
  • κοιμή-σης
  • κοιμή-ση
  • κοιμή-σωμεν
  • κοιμή-σητε
  • κοιμή-σωσι(ν)
 

Ευκτική

  • κοιμή-σαιμι
  • κοιμή-σαις
  • κοιμή-σαι
  • κοιμή-σαιμεν
  • κοιμή-σαιτε
  • κοιμή-σαιεν

Προστακτική

  • κοίμη-σον
  • κοιμη-σάτω
  • κοιμη-σάντων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • κοίμη-σαι

Μετοχή

  • κοιμή-σας
  • κοιμή-σασα
  • κοιμή-σαν

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Οριστική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *

Υποτακτική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
 

Ευκτική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *

Προστακτική

  • *
  • *
  • *
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • *

Μετοχή

  • *
  • *
  • *

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

Οριστική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *

Απαρέμφατο

  • *
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
 

Μετοχή

  • *
  • *
  • *

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • ε-κοιμή-θην
  • ε-κοιμή-θης
  • ε-κοιμή-θη
  • ε-κοιμή-θημεν
  • ε-κοιμή-θητε
  • ε-κοιμή-θησαν

Υποτακτική

  • κοιμη-θώ
  • κοιμη-θής
  • κοιμη-θή
  • κοιμη-θώμεν
  • κοιμη-θήτε
  • κοιμη-θώσι(ν)
 

Ευκτική

  • κοιμη-θείην
  • κοιμη-θείης
  • κοιμη-θείη
  • κοιμη-θείμεν
  • κοιμη-θείτε
  • κοιμη-θείεν

Προστακτική

  • κοιμή-θητι
  • κοιμη-θήτω
  • κοιμη-θέντων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • κοιμη-θήναι

Μετοχή

  • κοιμη-θείς
  • κοιμη-θείσα
  • κοιμη-θέν

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Οριστική

  • κοιμώμαι
  • κοιμ-ά
  • κοιμ-άται
  • κοιμ-ώμεθα
  • κοιμ-άσθε
  • κοιμ-ώνται

Υποτακτική

  • κοιμ-ώμαι
  • κοιμ-ά
  • κοιμ-άται
  • κοιμ-ώμεθα
  • κοιμ-άσθε
  • κοιμ-ώνται
 

Ευκτική

  • κοιμ-ώμην
  • κοιμ-ώο
  • κοιμ-ώτο
  • κοιμ-ώμεθα
  • κοιμ-ώσθε
  • κοιμ-ώντο

Προστακτική

  • κοιμ-ώ
  • κοιμ-άσθω
  • κοιμ-άσθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • κοιμ-άσθαι

Μετοχή

  • κοιμ-ώμενος
  • κοιμ-ωμένη
  • κοιμ-ώμενον

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Οριστική

  • ε-κοιμ-ώμην
  • ε-κοιμ-ώ
  • ε-κοιμ-άτο
  • ε-κοιμ-ώμεθα
  • ε-κοιμ-άσθε
  • ε-κοιμ-ώντο

ΜΕΣΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • κοιμη-σοίμην
  • κοιμή-σοιο
  • κοιμή-σοιτο
  • κοιμη-σοίμεθα
  • κοιμή-σοισθε
  • κοιμή-σοιντο

Απαρέμφατο

  • *
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
 

Μετοχή

  • κοιμη-σόμενος
  • κοιμη-σομένη
  • κοιμη-σόμενον

ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • ε-κοιμη-σάμην
  • ε-κοιμή-σω
  • ε-κοιμή-σατο
  • ε-κοιμη-σάμεθα
  • ε-κοιμή-σασθε
  • ε-κοιμή-σαντο

Υποτακτική

  • κοιμή-σωμαι
  • κοιμή-ση
  • κοιμή-σηται
  • κοιμη-σώμεθα
  • κοιμή-σησθε
  • κοιμή-σωνται
 

Ευκτική

  • κοιμη-σαίμην
  • κοιμή-σαιο
  • κοιμή-σαιτο
  • κοιμη-σαίμεθα
  • κοιμή-σαισθε
  • κοιμή-σαιντο

Προστακτική

  • κοίμη-σαι
  • κοιμη-σάσθω
  • κοιμη-σάσθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • κοιμή-σασθαι

Μετοχή

  • κοιμη-σάμενος
  • κοιμη-σαμένη
  • κοιμη-σάμενον

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Οριστική

  • ε-κε-κοιμή-μην
  • ε-κε-κοίμη-σο
  • ε-κε-κοίμη-το
  • ε-κε-κοιμή-μεθα
  • ε-κε-κοίμη-σθε
  • ε-κε-κοίμη-ντο

Υποτακτική

  • κε-κοιμη-μένος ώ
  • κε-κοιμη-μένη ής
  • κε-κοιμη-μένον ή
  • κε-κοιμη-μένοι ώμεν
  • κε-κοιμη-μέναι ήτε
  • κε-κοιμη-μένα ώσι(ν)
 

Ευκτική

  • κε-κοιμη-μένος είην
  • κε-κοιμη-μένη είης
  • κε-κοιμη-μένον είη
  • κε-κοιμη-μένοι είμεν
  • κε-κοιμη-μέναι είτε
  • κε-κοιμη-μένα είεν

Προστακτική

  • κε-κοίμη-σο
  • κε-κοιμή-σθω
  • κε-κοιμή-σθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • κε-κοιμή-σθαι

Μετοχή

  • κε-κοιμη-μένος
  • κε-κοιμη-μένη
  • κε-κοιμη-μένον