PASSO DA QUI
OG.png αιρέω

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Οριστική

  • αιρέω
  • αιρ-είς
  • αιρέ-εί
  • αιρ-ούμεν
  • αιρ-είτε
  • αιρ-ούσιν

Υποτακτική

  • αιρ-έω(-ώ)
  • αιρ-ής
  • αιρέ-ή
  • αιρ-ώμεν
  • αιρ-ήτε
  • αιρ-ώσιν
 

Ευκτική

  • αιρ-οίην
  • αιρ-οίης
  • αιρέ-οίη
  • αιρ-ούντων
  • αιρ-οίτε
  • αιρ-οίεν

Προστακτική

  • αίρ-ει
  • αιρέ-είτω
  • αιρ-είτε
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • αιρ-είν

Μετοχή

  • αιρ-ών
  • αιρ-ούσα
  • αιρ-ούν

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Οριστική

  • ήρ-ουν
  • ήρ-εις
  • ήρ-ει
  • ηρ-ούμεν
  • ηρ-είτε
  • ήρ-ουν

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • αιρή-σω
  • αιρή-σεις
  • αιρή-σει
  • αιρή-σομεν
  • αιρή-σετε
  • αιρή-σουσι(ν)

Ευκτική

  • αιρή-σοιμι
  • αιρή-σοις
  • αιρή-σοι
  • αιρή-σοιμεν
  • αιρή-σοιτε
  • αιρή-σοιεν
 

Απαρέμφατο

  • αιρή-σειν

Μετοχή

  • αιρή-σων
  • αιρή-σουσα
  • αιρή-σον

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • ήρη-σα
  • ήρη-σας
  • ήρη-σε(ν)
  • ηρή-σαμεν
  • ηρή-σατε
  • ήρη-σαν

Υποτακτική

  • αιρή-σω
  • αιρή-σης
  • αιρή-ση
  • αιρή-σωμεν
  • αιρή-σητε
  • αιρή-σωσι(ν)
 

Ευκτική

  • αιρή-σαιμι
  • αιρή-σαις
  • αιρή-σαι
  • αιρή-σαιμεν
  • αιρή-σαιτε
  • αιρή-σαιεν

Προστακτική

  • αίρη-σον
  • αιρη-σάτω
  • αιρη-σάντων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • αίρη-σαι

Μετοχή

  • αιρή-σας
  • αιρή-σασα
  • αιρή-σαν

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Οριστική

  • ήρη-κα
  • ήρη-κας
  • ήρη-κε(ν)
  • ηρή-καμεν
  • ηρή-κατε
  • ηρή-κασι(ν)

Υποτακτική

  • ηρή-κω
  • ηρή-κης
  • ηρή-κη
  • ηρή-κωμεν
  • ηρή-κητε
  • ηρή-κωσι(ν)
 

Ευκτική

  • ηρή-κοιμι
  • ηρή-κοις
  • ηρή-κοι
  • ηρή-κοιμεν
  • ηρή-κοιτε
  • ηρή-κοιεν

Προστακτική

  • ήρη-κε
  • ηρη-κέτω
  • ηρη-κόντων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • ηρη-κέναι

Μετοχή

  • ηρη-κώς
  • ηρη-κυία
  • ηρη-κός

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

Οριστική

  • ηρή-κειν
  • ηρή-κεις
  • ηρή-κει
  • ηρή-κειμεν
  • ηρή-κειτε
  • ηρή-κεισαν

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • αιρε-θησοίμην
  • αιρε-θήσοιο
  • αιρε-θήσοιτο
  • αιρε-θησοίμεθα
  • αιρε-θήσοισθε
  • αιρε-θήσοιντο

Απαρέμφατο

  • αιρε-θήσεσθαι
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
 

Μετοχή

  • αιρε-θησόμενος
  • αιρε-θησομένη
  • αιρε-θησόμενον

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • ηρέ-θην
  • ηρέ-θης
  • ηρέ-θη
  • ηρέ-θημεν
  • ηρέ-θητε
  • ηρέ-θησαν

Υποτακτική

  • αρ-θώ
  • αρ-θής
  • αρ-θή
  • αρ-θώμεν
  • αρ-θήτε
  • αρ-θώσι(ν)
 

Ευκτική

  • αρ-θείην
  • αρ-θείης
  • αρ-θείη
  • αρ-θείμεν
  • αρ-θείτε
  • αρ-θείεν

Προστακτική

  • άρ-θητι
  • αρ-θήτω
  • αρ-θέντων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • αρ-θήναι

Μετοχή

  • αρ-θείς
  • αρ-θείσα
  • αρ-θέν

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Οριστική

  • αιρούμαι
  • αιρ-εί
  • αιρ-είται
  • αιρ-ούμεθα
  • αιρ-είσθε
  • αιρ-ούνται

Υποτακτική

  • αιρ-ώμαι
  • αιρ-ή
  • αιρ-ήται
  • αιρ-ώμεθα
  • αιρ-ήσθε
  • αιρ-ώνται
 

Ευκτική

  • αιρ-οίμην
  • αιρ-οίο
  • αιρ-οίτο
  • αιρ-οίμεθα
  • αιρ-οίσθε
  • αιρ-οίντο

Προστακτική

  • αιρ-ού
  • αιρ-είσθω
  • αιρ-είσθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • αιρ-είσθαι

Μετοχή

  • αιρ-ούμενος
  • αιρ-ουμένη
  • αιρ-ούμενον

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Οριστική

  • ηρ-ούμην
  • ηρ-ού
  • ηρ-είτο
  • ηρ-ούμεθα
  • ηρ-είσθε
  • ηρ-ούντο

ΜΕΣΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • αιρη-σοίμην
  • αιρή-σοιο
  • αιρή-σοιτο
  • αιρη-σοίμεθα
  • αιρή-σοισθε
  • αιρή-σοιντο

Απαρέμφατο

  • αιρή-σεσθαι
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
 

Μετοχή

  • αιρη-σόμενος
  • αιρη-σομένη
  • αιρη-σόμενον

ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • ηρη-σάμην
  • ηρή-σω
  • ηρή-σατο
  • ηρη-σάμεθα
  • ηρή-σασθε
  • ηρή-σαντο

Υποτακτική

  • αιρή-σωμαι
  • αιρή-ση
  • αιρή-σηται
  • αιρη-σώμεθα
  • αιρή-σησθε
  • αιρή-σωνται
 

Ευκτική

  • αιρη-σαίμην
  • αιρή-σαιο
  • αιρή-σαιτο
  • αιρη-σαίμεθα
  • αιρή-σαισθε
  • αιρή-σαιντο

Προστακτική

  • αίρη-σαι
  • αιρη-σάσθω
  • αιρη-σάσθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • αιρή-σασθαι

Μετοχή

  • αιρη-σάμενος
  • αιρη-σαμένη
  • αιρη-σάμενον

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Οριστική

  • ηρή-μην
  • ήρη-σο
  • ήρη-το
  • ηρή-μεθα
  • ήρη-σθε
  • ήρη-ντο

Υποτακτική

  • ηρη-μένος ώ
  • ηρη-μένη ής
  • ηρη-μένον ή
  • ηρη-μένοι ώμεν
  • ηρη-μέναι ήτε
  • ηρη-μένα ώσι(ν)
 

Ευκτική

  • ηρη-μένος είην
  • ηρη-μένη είης
  • ηρη-μένον είη
  • ηρη-μένοι είμεν
  • ηρη-μέναι είτε
  • ηρη-μένα είεν

Προστακτική

  • ήρη-σο
  • ηρή-σθω
  • ηρή-σθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • ηρή-σθαι

Μετοχή

  • ηρη-μένος
  • ηρη-μένη
  • ηρη-μένον