PASSO DA QUI
OG.png κομίζω

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Οριστική

  • κομίζω
  • κομίζ-εις
  • κομίζ-ει
  • κομίζ-ομεν
  • κομίζ-ετε
  • κομίζ-ουσιν

Υποτακτική

  • κομίζ-ω
  • κομίζ-ης
  • κομίζ-η
  • κομίζ-ωμεν
  • κομίζ-ητε
  • κομίζ-ωσι(ν)
 

Ευκτική

  • κομίζ-οιμι
  • κομίζ-οις
  • κομίζ-οι
  • κομιζ-όντων
  • κομίζ-οιτε
  • κομίζ-οιεν

Προστακτική

  • κόμιζ-ε
  • κομιζ-έτω
  • κομίζ-ετε
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • κομίζ-ειν

Μετοχή

  • κομίζ-ων
  • κομίζ-ουσα
  • κομίζ-ον

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Οριστική

  • ε-κόμιζ-ον
  • ε-κόμιζ-ες
  • ε-κόμιζ-ε
  • ε-κομίζ-ομεν
  • ε-κομίζ-ετε
  • ε-κόμιζ-ον

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • κομί-σω
  • κομί-σεις
  • κομί-σει
  • κομί-σομεν
  • κομί-σετε
  • κομί-σουσι(ν)

Ευκτική

  • κομί-σοιμι
  • κομί-σοις
  • κομί-σοι
  • κομί-σοιμεν
  • κομί-σοιτε
  • κομί-σοιεν
 

Απαρέμφατο

  • κομί-σειν

Μετοχή

  • κομί-σων
  • κομί-σουσα
  • κομί-σον

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • ε-κόμισ-α
  • ε-κόμισ-ας
  • ε-κόμισ-ε(ν)
  • ε-κομίσ-αμεν
  • ε-κομίσ-ατε
  • ε-κόμισ-αν

Υποτακτική

  • κομίσ-ω
  • κομίσ-ης
  • κομίσ-η
  • κομίσ-ωμεν
  • κομίσ-ητε
  • κομίσ-ωσι(ν)
 

Ευκτική

  • κομίσ-αιμι
  • κομίσ-αις
  • κομίσ-αι
  • κομίσ-αιμεν
  • κομίσ-αιτε
  • κομίσ-αιεν

Προστακτική

  • κόμισ-ον
  • κομισ-άτω
  • κομισ-άντων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • κόμισ-αι

Μετοχή

  • κομίσ-ας
  • κομίσ-ασα
  • κομίσ-αν

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Οριστική

  • κε-κόμι-κα
  • κε-κόμι-κας
  • κε-κόμι-κε(ν)
  • κε-κομί-καμεν
  • κε-κομί-κατε
  • κε-κομί-κασι(ν)

Υποτακτική

  • κε-κομί-κω
  • κε-κομί-κης
  • κε-κομί-κη
  • κε-κομί-κωμεν
  • κε-κομί-κητε
  • κε-κομί-κωσι(ν)
 

Ευκτική

  • κε-κομί-κοιμι
  • κε-κομί-κοις
  • κε-κομί-κοι
  • κε-κομί-κοιμεν
  • κε-κομί-κοιτε
  • κε-κομί-κοιεν

Προστακτική

  • κε-κόμι-κε
  • κε-κομι-κέτω
  • κε-κομι-κόντων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • κε-κομι-κέναι

Μετοχή

  • κε-κομι-κώς
  • κε-κομι-κυία
  • κε-κομι-κός

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

Οριστική

  • ε-κεκομί-κειν
  • ε-κεκομί-κεις
  • ε-κεκομί-κει
  • ε-κεκομί-κειμεν
  • ε-κεκομί-κειτε
  • ε-κεκομί-κεισαν

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • κομισ-θησοίμην
  • κομισ-θήσοιο
  • κομισ-θήσοιτο
  • κομισ-θησοίμεθα
  • κομισ-θήσοισθε
  • κομισ-θήσοιντο

Απαρέμφατο

  • κομισ-θήσεσθαι
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
 

Μετοχή

  • κομισ-θησόμενος
  • κομισ-θησομένη
  • κομισ-θησόμενον

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • ε-κομίσ-θην
  • ε-κομίσ-θης
  • ε-κομίσ-θη
  • ε-κομίσ-θημεν
  • ε-κομίσ-θητε
  • ε-κομίσ-θησαν

Υποτακτική

  • κομισ-θώ
  • κομισ-θής
  • κομισ-θή
  • κομισ-θώμεν
  • κομισ-θήτε
  • κομισ-θώσι(ν)
 

Ευκτική

  • κομισ-θείην
  • κομισ-θείης
  • κομισ-θείη
  • κομισ-θείμεν
  • κομισ-θείτε
  • κομισ-θείεν

Προστακτική

  • κομίσ-θητι
  • κομισ-θήτω
  • κομισ-θέντων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • κομισ-θήναι

Μετοχή

  • κομισ-θείς
  • κομισ-θείσα
  • κομισ-θέν

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Οριστική

  • κομίζομαι
  • κομίζ-ει
  • κομίζ-εται
  • κομιζ-όμεθα
  • κομίζ-εσθε
  • κομίζ-ονται

Υποτακτική

  • κομίζ-ωμαι
  • κομίζ-η
  • κομίζ-ηται
  • κομιζ-ώμεθα
  • κομίζ-ησθε
  • κομίζ-ωνται
 

Ευκτική

  • κομιζ-οίμην
  • κομίζ-οιο
  • κομίζ-οιτο
  • κομιζ-οίμεθα
  • κομίζ-οισθε
  • κομίζ-οιντο

Προστακτική

  • κομίζ-ου
  • κομιζ-έσθω
  • κομιζ-έσθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • κομίζ-εσθαι

Μετοχή

  • κομιζ-όμενος
  • κομιζ-ομένη
  • κομιζ-όμενον

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Οριστική

  • ε-κομιζ-όμην
  • ε-κομίζ-ου
  • ε-κομίζ-ετο
  • ε-κομιζ-όμεθα
  • ε-κομίζ-εσθε
  • ε-κομίζ-οντο

ΜΕΣΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • κομι-σοίμην
  • κομί-σοιο
  • κομί-σοιτο
  • κομι-σοίμεθα
  • κομί-σοισθε
  • κομί-σοιντο

Απαρέμφατο

  • *
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
 

Μετοχή

  • κομι-σόμενος
  • κομι-σομένη
  • κομι-σόμενον

ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • ε-κομισ-άμην
  • ε-κομίσ-ω
  • ε-κομίσ-ατο
  • ε-κομισ-άμεθα
  • ε-κομίσ-ασθε
  • ε-κομίσ-αντο

Υποτακτική

  • κομίσ-ωμαι
  • κομίσ-η
  • κομίσ-ηται
  • κομισ-ώμεθα
  • κομίσ-ησθε
  • κομίσ-ωνται
 

Ευκτική

  • κομισ-αίμην
  • κομίσ-αιο
  • κομίσ-αιτο
  • κομισ-αίμεθα
  • κομίσ-αισθε
  • κομίσ-αιντο

Προστακτική

  • κόμισ-αι
  • κομισ-άσθω
  • κομισ-άσθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • κομίσ-ασθαι

Μετοχή

  • κομισ-άμενος
  • κομισ-αμένη
  • κομισ-άμενον

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Οριστική

  • ε-κε-κομίσ-μην
  • ε-κε-κόμι-σο
  • ε-κε-κόμισ-το
  • ε-κε-κομίσ-μεθα
  • ε-κε-κόμισ-θε
  • κε-κομισ-μένοι ήσαν

Υποτακτική

  • κε-κομισ-μένος ώ
  • κε-κομισ-μένη ής
  • κε-κομισ-μένον ή
  • κε-κομισ-μένοι ώμεν
  • κε-κομισ-μέναι ήτε
  • κε-κομισ-μένα ώσι(ν)
 

Ευκτική

  • κε-κομισ-μένος είην
  • κε-κομισ-μένη είης
  • κε-κομισ-μένον είη
  • κε-κομισ-μένοι είμεν
  • κε-κομισ-μέναι είτε
  • κε-κομισ-μένα είεν

Προστακτική

  • κε-κόμι-σο
  • κε-κομί-σθω
  • κε-κομί-σθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • κε-κομί-σθαι

Μετοχή

  • κε-κομισ-μένος
  • κε-κομισ-μένη
  • κε-κομισ-μένον