PASSO DA QUI
OG.png θαυμάζω

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Οριστική

  • θαυμάζω
  • θαυμάζ-εις
  • θαυμάζ-ει
  • θαυμάζ-ομεν
  • θαυμάζ-ετε
  • θαυμάζ-ουσιν

Υποτακτική

  • θαυμάζ-ω
  • θαυμάζ-ης
  • θαυμάζ-η
  • θαυμάζ-ωμεν
  • θαυμάζ-ητε
  • θαυμάζ-ωσι(ν)
 

Ευκτική

  • θαυμάζ-οιμι
  • θαυμάζ-οις
  • θαυμάζ-οι
  • θαυμαζ-όντων
  • θαυμάζ-οιτε
  • θαυμάζ-οιεν

Προστακτική

  • θαύμαζ-ε
  • θαυμαζ-έτω
  • θαυμάζ-ετε
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • θαυμάζ-ειν

Μετοχή

  • θαυμάζ-ων
  • θαυμάζ-ουσα
  • θαυμάζ-ον

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Οριστική

  • ε-θαύμαζ-ον
  • ε-θαύμαζ-ες
  • ε-θαύμαζ-ε
  • ε-θαυμάζ-ομεν
  • ε-θαυμάζ-ετε
  • ε-θαύμαζ-ον

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • θαυμά-σω
  • θαυμά-σεις
  • θαυμά-σει
  • θαυμά-σομεν
  • θαυμά-σετε
  • θαυμά-σουσι(ν)

Ευκτική

  • θαυμά-σοιμι
  • θαυμά-σοις
  • θαυμά-σοι
  • θαυμά-σοιμεν
  • θαυμά-σοιτε
  • θαυμά-σοιεν
 

Απαρέμφατο

  • θαυμά-σειν

Μετοχή

  • θαυμά-σων
  • θαυμά-σουσα
  • θαυμά-σον

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • ε-θαύμασ-α
  • ε-θαύμασ-ας
  • ε-θαύμασ-ε(ν)
  • ε-θαυμάσ-αμεν
  • ε-θαυμάσ-ατε
  • ε-θαύμασ-αν

Υποτακτική

  • θαυμάσ-ω
  • θαυμάσ-ης
  • θαυμάσ-η
  • θαυμάσ-ωμεν
  • θαυμάσ-ητε
  • θαυμάσ-ωσι(ν)
 

Ευκτική

  • θαυμάσ-αιμι
  • θαυμάσ-αις
  • θαυμάσ-αι
  • θαυμάσ-αιμεν
  • θαυμάσ-αιτε
  • θαυμάσ-αιεν

Προστακτική

  • θαύμασ-ον
  • θαυμασ-άτω
  • θαυμασ-άντων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • θαύμασ-αι

Μετοχή

  • θαυμάσ-ας
  • θαυμάσ-ασα
  • θαυμάσ-αν

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Οριστική

  • τε-θαύμα-κα
  • τε-θαύμα-κας
  • τε-θαύμα-κε(ν)
  • τε-θαυμά-καμεν
  • τε-θαυμά-κατε
  • τε-θαυμά-κασι(ν)

Υποτακτική

  • τε-θαυμά-κω
  • τε-θαυμά-κης
  • τε-θαυμά-κη
  • τε-θαυμά-κωμεν
  • τε-θαυμά-κητε
  • τε-θαυμά-κωσι(ν)
 

Ευκτική

  • τε-θαυμά-κοιμι
  • τε-θαυμά-κοις
  • τε-θαυμά-κοι
  • τε-θαυμά-κοιμεν
  • τε-θαυμά-κοιτε
  • τε-θαυμά-κοιεν

Προστακτική

  • τε-θαύμα-κε
  • τε-θαυμα-κέτω
  • τε-θαυμα-κόντων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • τε-θαυμα-κέναι

Μετοχή

  • τε-θαυμα-κώς
  • τε-θαυμα-κυία
  • τε-θαυμα-κός

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

Οριστική

  • ε-τεθαυμά-κειν
  • ε-τεθαυμά-κεις
  • ε-τεθαυμά-κει
  • ε-τεθαυμά-κειμεν
  • ε-τεθαυμά-κειτε
  • ε-τεθαυμά-κεισαν

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • θαυμασ-θησοίμην
  • θαυμασ-θήσοιο
  • θαυμασ-θήσοιτο
  • θαυμασ-θησοίμεθα
  • θαυμασ-θήσοισθε
  • θαυμασ-θήσοιντο

Απαρέμφατο

  • θαυμασ-θήσεσθαι
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
 

Μετοχή

  • θαυμασ-θησόμενος
  • θαυμασ-θησομένη
  • θαυμασ-θησόμενον

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • ε-θαυμάσ-θην
  • ε-θαυμάσ-θης
  • ε-θαυμάσ-θη
  • ε-θαυμάσ-θημεν
  • ε-θαυμάσ-θητε
  • ε-θαυμάσ-θησαν

Υποτακτική

  • θαυμασ-θώ
  • θαυμασ-θής
  • θαυμασ-θή
  • θαυμασ-θώμεν
  • θαυμασ-θήτε
  • θαυμασ-θώσι(ν)
 

Ευκτική

  • θαυμασ-θείην
  • θαυμασ-θείης
  • θαυμασ-θείη
  • θαυμασ-θείμεν
  • θαυμασ-θείτε
  • θαυμασ-θείεν

Προστακτική

  • θαυμάσ-θητι
  • θαυμασ-θήτω
  • θαυμασ-θέντων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • θαυμασ-θήναι

Μετοχή

  • θαυμασ-θείς
  • θαυμασ-θείσα
  • θαυμασ-θέν

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Οριστική

  • θαυμάζομαι
  • θαυμάζ-ει
  • θαυμάζ-εται
  • θαυμαζ-όμεθα
  • θαυμάζ-εσθε
  • θαυμάζ-ονται

Υποτακτική

  • θαυμάζ-ωμαι
  • θαυμάζ-η
  • θαυμάζ-ηται
  • θαυμαζ-ώμεθα
  • θαυμάζ-ησθε
  • θαυμάζ-ωνται
 

Ευκτική

  • θαυμαζ-οίμην
  • θαυμάζ-οιο
  • θαυμάζ-οιτο
  • θαυμαζ-οίμεθα
  • θαυμάζ-οισθε
  • θαυμάζ-οιντο

Προστακτική

  • θαυμάζ-ου
  • θαυμαζ-έσθω
  • θαυμαζ-έσθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • θαυμάζ-εσθαι

Μετοχή

  • θαυμαζ-όμενος
  • θαυμαζ-ομένη
  • θαυμαζ-όμενον

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Οριστική

  • ε-θαύμαζ-όμην
  • ε-θαυμάζ-ου
  • ε-θαυμάζ-ετο
  • ε-θαυμαζ-όμεθα
  • ε-θαυμάζ-εσθε
  • ε-θαυμάζ-οντο

ΜΕΣΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • θαυμα-σοίμην
  • θαυμά-σοιο
  • θαυμά-σοιτο
  • θαυμα-σοίμεθα
  • θαυμά-σοισθε
  • θαυμά-σοιντο

Απαρέμφατο

  • θαυμά-σεσθαι
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
 

Μετοχή

  • θαυμα-σόμενος
  • θαυμα-σομένη
  • θαυμα-σόμενον

ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • ε-θαυμασ-άμην
  • ε-θαυμάσ-ω
  • ε-θαυμάσ-ατο
  • ε-θαυμασ-άμεθα
  • ε-θαυμάσ-ασθε
  • ε-θαυμάσ-αντο

Υποτακτική

  • θαυμάσ-ωμαι
  • θαυμάσ-η
  • θαυμάσ-ηται
  • θαυμασ-ώμεθα
  • θαυμάσ-ησθε
  • θαυμάσ-ωνται
 

Ευκτική

  • θαυμασ-αίμην
  • θαυμάσ-αιο
  • θαυμάσ-αιτο
  • θαυμασ-αίμεθα
  • θαυμάσ-αισθε
  • θαυμάσ-αιντο

Προστακτική

  • θαύμασ-αι
  • θαυμασ-άσθω
  • θαυμασ-άσθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • θαυμάσ-ασθαι

Μετοχή

  • θαυμασ-άμενος
  • θαυμασ-αμένη
  • θαυμασ-άμενον

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Οριστική

  • ε-τε-θαυμάσ-μην
  • ε-τε-θαύμα-σο
  • ε-τε-θαύμασ-το
  • ε-τε-θαυμάσ-μεθα
  • ε-τε-θαύμασ-θε
  • τε-θαυμασ-μένοι ήσαν

Υποτακτική

  • τε-θαυμασ-μένος ώ
  • τε-θαυμασ-μένη ής
  • τε-θαυμασ-μένον ή
  • τε-θαυμασ-μένοι ώμεν
  • τε-θαυμασ-μέναι ήτε
  • τε-θαυμασ-μένα ώσι(ν)
 

Ευκτική

  • τε-θαυμασ-μένος είην
  • τε-θαυμασ-μένη είης
  • τε-θαυμασ-μένον είη
  • τε-θαυμασ-μένοι είμεν
  • τε-θαυμασ-μέναι είτε
  • τε-θαυμασ-μένα είεν

Προστακτική

  • τε-θαύμα-σο
  • τε-θαυμά-σθω
  • τε-θαυμά-σθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • τε-θαυμά-σθαι

Μετοχή

  • τε-θαυμασ-μένος
  • τε-θαυμασ-μένη
  • τε-θαυμασ-μένον