PASSO DA QUI
OG.png εθίζω

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Οριστική

  • εθίζω
  • εθίζ-εις
  • εθίζ-ει
  • εθίζ-ομεν
  • εθίζ-ετε
  • εθίζ-ουσιν

Υποτακτική

  • εθίζ-ω
  • εθίζ-ης
  • εθίζ-η
  • εθίζ-ωμεν
  • εθίζ-ητε
  • εθίζ-ωσι(ν)
 

Ευκτική

  • εθίζ-οιμι
  • εθίζ-οις
  • εθίζ-οι
  • εθιζ-όντων
  • εθίζ-οιτε
  • εθίζ-οιεν

Προστακτική

  • άθιζ-ε
  • εθιζ-έτω
  • εθίζ-ετε
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • εθίζ-ειν

Μετοχή

  • εθίζ-ων
  • εθίζ-ουσα
  • εθίζ-ον

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Οριστική

  • εί-θιζ-ον
  • εί-θιζ-ες
  • εί-θιζ-ε
  • ει-θίζ-ομεν
  • ει-θίζ-ετε
  • εί-θιζ-ον

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • εθι-ώ
  • εθι-είς
  • εθι-εί
  • εθι-ούμεν
  • εθι-είτε
  • εθι-ούσι(ν)

Ευκτική

  • εθι-οίην
  • εθι-οίης
  • εθι-οίη
  • εθι-οίμεν
  • εθι-οίτε
  • εθι-οίεν
 

Απαρέμφατο

  • εθι-είν

Μετοχή

  • εθι-ών
  • εθι-ούσα
  • εθι-ούν

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • εί-θισ-α
  • εί-θισ-ας
  • εί-θισ-ε(ν)
  • ει-θίσ-αμεν
  • ει-θίσ-ατε
  • εί-θισ-αν

Υποτακτική

  • ε-θίσ-ω
  • ε-θίσ-ης
  • ε-θίσ-η
  • ε-θίσ-ωμεν
  • ε-θίσ-ητε
  • ε-θίσ-ωσι(ν)
 

Ευκτική

  • ε-θίσ-αιμι
  • ε-θίσ-αις
  • ε-θίσ-αι
  • ε-θίσ-αιμεν
  • ε-θίσ-αιτε
  • ε-θίσ-αιεν

Προστακτική

  • έ-θισ-ον
  • ε-θισ-άτω
  • ε-θισ-άντων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • έ-θισ-αι

Μετοχή

  • ε-θίσ-ας
  • ε-θίσ-ασα
  • ε-θίσ-αν

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Οριστική

  • εί-θι-κα
  • εί-θι-κας
  • εί-θι-κε(ν)
  • ει-θί-καμεν
  • ει-θί-κατε
  • ει-θί-κασι(ν)

Υποτακτική

  • ει-θί-κω
  • ει-θί-κης
  • ει-θί-κη
  • ει-θί-κωμεν
  • ει-θί-κητε
  • ει-θί-κωσι(ν)
 

Ευκτική

  • ει-θί-κοιμι
  • ει-θί-κοις
  • ει-θί-κοι
  • ει-θί-κοιμεν
  • ει-θί-κοιτε
  • ει-θί-κοιεν

Προστακτική

  • εί-θι-κε
  • ει-θι-κέτω
  • ει-θι-κόντων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • ει-θι-κέναι

Μετοχή

  • ει-θι-κώς
  • ει-θι-κυία
  • ει-θι-κός

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

Οριστική

  • ει-θί-κειν
  • ει-θί-κεις
  • ει-θί-κει
  • ει-θί-κειμεν
  • ει-θί-κειτε
  • ει-θί-κεισαν

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • εθισ-θησοίμην
  • εθισ-θήσοιο
  • εθισ-θήσοιτο
  • εθισ-θησοίμεθα
  • εθισ-θήσοισθε
  • εθισ-θήσοιντο

Απαρέμφατο

  • εθισ-θήσεσθαι
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
 

Μετοχή

  • εθισ-θησόμενος
  • εθισ-θησομένη
  • εθισ-θησόμενον

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • εί-θίσ-θην
  • εί-θίσ-θης
  • εί-θίσ-θη
  • εί-θίσ-θημεν
  • εί-θίσ-θητε
  • εί-θίσ-θησαν

Υποτακτική

  • εθισ-θώ
  • εθισ-θής
  • εθισ-θή
  • εθισ-θώμεν
  • εθισ-θήτε
  • εθισ-θώσι(ν)
 

Ευκτική

  • εθισ-θείην
  • εθισ-θείης
  • εθισ-θείη
  • εθισ-θείμεν
  • εθισ-θείτε
  • εθισ-θείεν

Προστακτική

  • εθίσ-θητι
  • εθισ-θήτω
  • εθισ-θέντων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • εθισ-θήναι

Μετοχή

  • εθισ-θείς
  • εθισ-θείσα
  • εθισ-θέν

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Οριστική

  • εθίζομαι
  • εθίζ-ει
  • εθίζ-εται
  • εθιζ-όμεθα
  • εθίζ-εσθε
  • εθίζ-ονται

Υποτακτική

  • εθίζ-ωμαι
  • εθίζ-η
  • εθίζ-ηται
  • εθιζ-ώμεθα
  • εθίζ-ησθε
  • εθίζ-ωνται
 

Ευκτική

  • εθιζ-οίμην
  • εθίζ-οιο
  • εθίζ-οιτο
  • εθιζ-οίμεθα
  • εθίζ-οισθε
  • εθίζ-οιντο

Προστακτική

  • εθίζ-ου
  • εθιζ-έσθω
  • εθιζ-έσθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • εθίζ-εσθαι

Μετοχή

  • εθιζ-όμενος
  • εθιζ-ομένη
  • εθιζ-όμενον

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Οριστική

  • ει-θιζ-όμην
  • ει-θίζ-ου
  • ει-θίζ-ετο
  • ει-θιζ-όμεθα
  • ει-θίζ-εσθε
  • ει-θίζ-οντο

ΜΕΣΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • εθι-οίμην
  • εθι-οίο
  • εθι-οίτο
  • εθι-οίμεθα
  • εθι-οίσθε
  • εθι-οίντο

Απαρέμφατο

  • *
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
 

Μετοχή

  • εθι-ούμενος
  • εθι-ουμένη
  • εθι-ούμενον

ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • ει-θισ-άμην
  • ει-θίσ-ω
  • ει-θίσ-ατο
  • ει-θισ-άμεθα
  • ει-θίσ-ασθε
  • ει-θίσ-αντο

Υποτακτική

  • ε-θίσ-ωμαι
  • ε-θίσ-η
  • ε-θίσ-ηται
  • ε-θισ-ώμεθα
  • ε-θίσ-ησθε
  • ε-θίσ-ωνται
 

Ευκτική

  • ε-θισ-αίμην
  • ε-θίσ-αιο
  • ε-θίσ-αιτο
  • ε-θισ-αίμεθα
  • ε-θίσ-αισθε
  • ε-θίσ-αιντο

Προστακτική

  • έ-θισ-αι
  • ε-θισ-άσθω
  • ε-θισ-άσθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • ε-θίσ-ασθαι

Μετοχή

  • ε-θισ-άμενος
  • ε-θισ-αμένη
  • ε-θισ-άμενον

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Οριστική

  • ει-θίσ-μην
  • εί-θι-σο
  • εί-θισ-το
  • ει-θίσ-μεθα
  • εί-θισ-θε
  • ει-θισ-μένοι ήσαν

Υποτακτική

  • ει-θισ-μένος ώ
  • ει-θισ-μένη ής
  • ει-θισ-μένον ή
  • ει-θισ-μένοι ώμεν
  • ει-θισ-μέναι ήτε
  • ει-θισ-μένα ώσι(ν)
 

Ευκτική

  • ει-θισ-μένος είην
  • ει-θισ-μένη είης
  • ει-θισ-μένον είη
  • ει-θισ-μένοι είμεν
  • ει-θισ-μέναι είτε
  • ει-θισ-μένα είεν

Προστακτική

  • εί-θι-σο
  • ει-θί-σθω
  • ει-θί-σθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • ει-θί-σθαι

Μετοχή

  • ει-θισ-μένος
  • ει-θισ-μένη
  • ει-θισ-μένον