PASSO DA QUI
OG.png δικάζω

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Οριστική

  • δικάζω
  • δικάζ-εις
  • δικάζ-ει
  • δικάζ-ομεν
  • δικάζ-ετε
  • δικάζ-ουσιν

Υποτακτική

  • δικάζ-ω
  • δικάζ-ης
  • δικάζ-η
  • δικάζ-ωμεν
  • δικάζ-ητε
  • δικάζ-ωσι(ν)
 

Ευκτική

  • δικάζ-οιμι
  • δικάζ-οις
  • δικάζ-οι
  • δικαζ-όντων
  • δικάζ-οιτε
  • δικάζ-οιεν

Προστακτική

  • δίκαζ-ε
  • δικαζ-έτω
  • δικάζ-ετε
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • δικάζ-ειν

Μετοχή

  • δικάζ-ων
  • δικάζ-ουσα
  • δικάζ-ον

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Οριστική

  • ε-δίκαζ-ον
  • ε-δίκαζ-ες
  • ε-δίκαζ-ε
  • ε-δικάζ-ομεν
  • ε-δικάζ-ετε
  • ε-δίκαζ-ον

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • δικά-σω
  • δικά-σεις
  • δικά-σει
  • δικά-σομεν
  • δικά-σετε
  • δικά-σουσι(ν)

Ευκτική

  • δικά-σοιμι
  • δικά-σοις
  • δικά-σοι
  • δικά-σοιμεν
  • δικά-σοιτε
  • δικά-σοιεν
 

Απαρέμφατο

  • δικά-σειν

Μετοχή

  • δικά-σων
  • δικά-σουσα
  • δικά-σον

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • ε-δίκασ-α
  • ε-δίκασ-ας
  • ε-δίκασ-ε(ν)
  • ε-δικάσ-αμεν
  • ε-δικάσ-ατε
  • ε-δίκασ-αν

Υποτακτική

  • δικάσ-ω
  • δικάσ-ης
  • δικάσ-η
  • δικάσ-ωμεν
  • δικάσ-ητε
  • δικάσ-ωσι(ν)
 

Ευκτική

  • δικάσ-αιμι
  • δικάσ-αις
  • δικάσ-αι
  • δικάσ-αιμεν
  • δικάσ-αιτε
  • δικάσ-αιεν

Προστακτική

  • δίκασ-ον
  • δικασ-άτω
  • δικασ-άντων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • δίκασ-αι

Μετοχή

  • δικάσ-ας
  • δικάσ-ασα
  • δικάσ-αν

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Οριστική

  • δε-δίκα-κα
  • δε-δίκα-κας
  • δε-δίκα-κε(ν)
  • δε-δικά-καμεν
  • δε-δικά-κατε
  • δε-δικά-κασι(ν)

Υποτακτική

  • δε-δικά-κω
  • δε-δικά-κης
  • δε-δικά-κη
  • δε-δικά-κωμεν
  • δε-δικά-κητε
  • δε-δικά-κωσι(ν)
 

Ευκτική

  • δε-δικά-κοιμι
  • δε-δικά-κοις
  • δε-δικά-κοι
  • δε-δικά-κοιμεν
  • δε-δικά-κοιτε
  • δε-δικά-κοιεν

Προστακτική

  • δε-δίκα-κε
  • δε-δικα-κέτω
  • δε-δικα-κόντων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • δε-δικα-κέναι

Μετοχή

  • δε-δικα-κώς
  • δε-δικα-κυία
  • δε-δικα-κός

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

Οριστική

  • ε-δεδικά-κειν
  • ε-δεδικά-κεις
  • ε-δεδικά-κει
  • ε-δεδικά-κειμεν
  • ε-δεδικά-κειτε
  • ε-δεδικά-κεισαν

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • δικασ-θησοίμην
  • δικασ-θήσοιο
  • δικασ-θήσοιτο
  • δικασ-θησοίμεθα
  • δικασ-θήσοισθε
  • δικασ-θήσοιντο

Απαρέμφατο

  • δικασ-θήσεσθαι
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
 

Μετοχή

  • δικασ-θησόμενος
  • δικασ-θησομένη
  • δικασ-θησόμενον

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • ε-δικάσ-θην
  • ε-δικάσ-θης
  • ε-δικάσ-θη
  • ε-δικάσ-θημεν
  • ε-δικάσ-θητε
  • ε-δικάσ-θησαν

Υποτακτική

  • δικασ-θώ
  • δικασ-θής
  • δικασ-θή
  • δικασ-θώμεν
  • δικασ-θήτε
  • δικασ-θώσι(ν)
 

Ευκτική

  • δικασ-θείην
  • δικασ-θείης
  • δικασ-θείη
  • δικασ-θείμεν
  • δικασ-θείτε
  • δικασ-θείεν

Προστακτική

  • δικάσ-θητι
  • δικασ-θήτω
  • δικασ-θέντων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • δικασ-θήναι

Μετοχή

  • δικασ-θείς
  • δικασ-θείσα
  • δικασ-θέν

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Οριστική

  • δικάζομαι
  • δικάζ-ει
  • δικάζ-εται
  • δικαζ-όμεθα
  • δικάζ-εσθε
  • δικάζ-ονται

Υποτακτική

  • δικάζ-ωμαι
  • δικάζ-η
  • δικάζ-ηται
  • δικαζ-ώμεθα
  • δικάζ-ησθε
  • δικάζ-ωνται
 

Ευκτική

  • δικαζ-οίμην
  • δικάζ-οιο
  • δικάζ-οιτο
  • δικαζ-οίμεθα
  • δικάζ-οισθε
  • δικάζ-οιντο

Προστακτική

  • δικάζ-ου
  • δικαζ-έσθω
  • δικαζ-έσθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • δικάζ-εσθαι

Μετοχή

  • δικαζ-όμενος
  • δικαζ-ομένη
  • δικαζ-όμενον

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Οριστική

  • ε-δικαζ-όμην
  • ε-δικάζ-ου
  • ε-δικάζ-ετο
  • ε-δικαζ-όμεθα
  • ε-δικάζ-εσθε
  • ε-δικάζ-οντο

ΜΕΣΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • δικα-σοίμην
  • δικά-σοιο
  • δικά-σοιτο
  • δικα-σοίμεθα
  • δικά-σοισθε
  • δικά-σοιντο

Απαρέμφατο

  • *
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
 

Μετοχή

  • δικα-σόμενος
  • δικα-σομένη
  • δικα-σόμενον

ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • ε-δικα-σάμην
  • ε-δικά-σω
  • ε-δικά-σατο
  • ε-δικα-σάμεθα
  • ε-δικά-σασθε
  • ε-δικά-σαντο

Υποτακτική

  • δικάσ-ωμαι
  • δικάσ-η
  • δικάσ-ηται
  • δικασ-ώμεθα
  • δικάσ-ησθε
  • δικάσ-ωνται
 

Ευκτική

  • δικασ-αίμην
  • δικάσ-αιο
  • δικάσ-αιτο
  • δικασ-αίμεθα
  • δικάσ-αισθε
  • δικάσ-αιντο

Προστακτική

  • δίκασ-αι
  • δικασ-άσθω
  • δικασ-άσθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • δικάσ-ασθαι

Μετοχή

  • δικασ-άμενος
  • δικασ-αμένη
  • δικασ-άμενον

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Οριστική

  • ε-δε-δικάσ-μην
  • ε-δε-δίκα-σο
  • ε-δε-δίκασ-το
  • ε-δε-δικάσ-μεθα
  • ε-δε-δίκασ-θε
  • δε-δικασ-μένοι ήσαν

Υποτακτική

  • δε-δικασ-μένος ώ
  • δε-δικασ-μένη ής
  • δε-δικασ-μένον ή
  • δε-δικασ-μένοι ώμεν
  • δε-δικασ-μέναι ήτε
  • δε-δικασ-μένα ώσι(ν)
 

Ευκτική

  • δε-δικασ-μένος είην
  • δε-δικασ-μένη είης
  • δε-δικασ-μένον είη
  • δε-δικασ-μένοι είμεν
  • δε-δικασ-μέναι είτε
  • δε-δικασ-μένα είεν

Προστακτική

  • δε-δίκα-σο
  • δε-δικά-σθω
  • δε-δικά-σθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • δε-δικά-σθαι

Μετοχή

  • δε-δικασ-μένος
  • δε-δικασ-μένη
  • δε-δικασ-μένον