PASSO DA QUI
OG.png βιάζω

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Οριστική

  • βιάζω
  • βιάζ-εις
  • βιάζ-ει
  • βιάζ-ομεν
  • βιάζ-ετε
  • βιάζ-ουσιν

Υποτακτική

  • βιάζ-ω
  • βιάζ-ης
  • βιάζ-η
  • βιάζ-ωμεν
  • βιάζ-ητε
  • βιάζ-ωσι(ν)
 

Ευκτική

  • βιάζ-οιμι
  • βιάζ-οις
  • βιάζ-οι
  • βιαζ-όντων
  • βιάζ-οιτε
  • βιάζ-οιεν

Προστακτική

  • βίαζ-ε
  • βιαζ-έτω
  • βιάζ-ετε
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • βιάζ-ειν

Μετοχή

  • βιάζ-ων
  • βιάζ-ουσα
  • βιάζ-ον

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Οριστική

  • ε-βίαζ-ον
  • ε-βίαζ-ες
  • ε-βίαζ-ε
  • ε-βιάζ-ομεν
  • ε-βιάζ-ετε
  • ε-βίαζ-ον

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • βιάσ-ω
  • βιάσ-εις
  • βιάσ-ει
  • βιάσ-ομεν
  • βιάσ-ετε
  • βιάσ-ουσι(ν)

Ευκτική

  • βιάσ-οιμι
  • βιάσ-οις
  • βιάσ-οι
  • βιάσ-οιμεν
  • βιάσ-οιτε
  • βιάσ-οιεν
 

Απαρέμφατο

  • βιάσ-ειν

Μετοχή

  • βιάσ-ων
  • βιάσ-ουσα
  • βιάσ-ον

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • ε-βίασ-α
  • ε-βίασ-ας
  • ε-βίασ-ε(ν)
  • ε-βιάσ-αμεν
  • ε-βιάσ-ατε
  • ε-βίασ-αν

Υποτακτική

  • βιάσ-ω
  • βιάσ-ης
  • βιάσ-η
  • βιάσ-ωμεν
  • βιάσ-ητε
  • βιάσ-ωσι(ν)
 

Ευκτική

  • βιάσ-αιμι
  • βιάσ-αις
  • βιάσ-αι
  • βιάσ-αιμεν
  • βιάσ-αιτε
  • βιάσ-αιεν

Προστακτική

  • βίασ-ον
  • βιασ-άτω
  • βιασ-άντων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • βίασ-αι

Μετοχή

  • βιάσ-ας
  • βιάσ-ασα
  • βιάσ-αν

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Οριστική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *

Υποτακτική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
 

Ευκτική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *

Προστακτική

  • *
  • *
  • *
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • *

Μετοχή

  • *
  • *
  • *

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

Οριστική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • βιασ-θησοίμην
  • βιασ-θήσοιο
  • βιασ-θήσοιτο
  • βιασ-θησοίμεθα
  • βιασ-θήσοισθε
  • βιασ-θήσοιντο

Απαρέμφατο

  • βιασ-θήσεσθαι
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
 

Μετοχή

  • βιασ-θησόμενος
  • βιασ-θησομένη
  • βιασ-θησόμενον

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • ε-βίάσ-θην
  • ε-βίάσ-θης
  • ε-βίάσ-θη
  • ε-βίάσ-θημεν
  • ε-βίάσ-θητε
  • ε-βίάσ-θησαν

Υποτακτική

  • βιασ-θώ
  • βιασ-θής
  • βιασ-θή
  • βιασ-θώμεν
  • βιασ-θήτε
  • βιασ-θώσι(ν)
 

Ευκτική

  • βιασ-θείην
  • βιασ-θείης
  • βιασ-θείη
  • βιασ-θείμεν
  • βιασ-θείτε
  • βιασ-θείεν

Προστακτική

  • βιάσ-θητι
  • βιασ-θήτω
  • βιασ-θέντων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • βιασ-θήναι

Μετοχή

  • βιασ-θείς
  • βιασ-θείσα
  • βιασ-θέν

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Οριστική

  • βιάζομαι
  • βιάζ-ει
  • βιάζ-εται
  • βιαζ-όμεθα
  • βιάζ-εσθε
  • βιάζ-ονται

Υποτακτική

  • βιάζ-ωμαι
  • βιάζ-η
  • βιάζ-ηται
  • βιαζ-ώμεθα
  • βιάζ-ησθε
  • βιάζ-ωνται
 

Ευκτική

  • βιαζ-οίμην
  • βιάζ-οιο
  • βιάζ-οιτο
  • βιαζ-οίμεθα
  • βιάζ-οισθε
  • βιάζ-οιντο

Προστακτική

  • βιάζ-ου
  • βιαζ-έσθω
  • βιαζ-έσθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • βιάζ-εσθαι

Μετοχή

  • βιαζ-όμενος
  • βιαζ-ομένη
  • βιαζ-όμενον

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Οριστική

  • ε-βιαζ-όμην
  • ε-βιάζ-ου
  • ε-βιάζ-ετο
  • ε-βιαζ-όμεθα
  • ε-βιάζ-εσθε
  • ε-βιάζ-οντο

ΜΕΣΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • βιασ-οίμην
  • βιάσ-οιο
  • βιάσ-οιτο
  • βιασ-οίμεθα
  • βιάσ-οισθε
  • βιάσ-οιντο

Απαρέμφατο

  • βιά-σεσθαι
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
 

Μετοχή

  • βιασ-όμενος
  • βιασ-ομένη
  • βιασ-όμενον

ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • ε-βια-σάμην
  • ε-βιά-σω
  • ε-βιά-σατο
  • ε-βια-σάμεθα
  • ε-βιά-σασθε
  • ε-βιά-σαντο

Υποτακτική

  • βιάσ-ωμαι
  • βιάσ-η
  • βιάσ-ηται
  • βιασ-ώμεθα
  • βιάσ-ησθε
  • βιάσ-ωνται
 

Ευκτική

  • βιασ-αίμην
  • βιάσ-αιο
  • βιάσ-αιτο
  • βιασ-αίμεθα
  • βιάσ-αισθε
  • βιάσ-αιντο

Προστακτική

  • βίασ-αι
  • βιασ-άσθω
  • βιασ-άσθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • βιάσ-ασθαι

Μετοχή

  • βιασ-άμενος
  • βιασ-αμένη
  • βιασ-άμενον

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Οριστική

  • ε-βε-βιάσ-μην
  • ε-βε-βία-σο
  • ε-βε-βίασ-το
  • ε-βε-βιάσ-μεθα
  • ε-βε-βίασ-θε
  • βε-βιασ-μένοι ήσαν

Υποτακτική

  • βε-βιασ-μένος ώ
  • βε-βιασ-μένη ής
  • βε-βιασ-μένον ή
  • βε-βιασ-μένοι ώμεν
  • βε-βιασ-μέναι ήτε
  • βε-βιασ-μένα ώσι(ν)
 

Ευκτική

  • βε-βιασ-μένος είην
  • βε-βιασ-μένη είης
  • βε-βιασ-μένον είη
  • βε-βιασ-μένοι είμεν
  • βε-βιασ-μέναι είτε
  • βε-βιασ-μένα είεν

Προστακτική

  • βε-βία-σο
  • βε-βιά-σθω
  • βε-βιά-σθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • βε-βιά-σθαι

Μετοχή

  • βε-βιασ-μένος
  • βε-βιασ-μένη
  • βε-βιασ-μένον