PASSO DA QUI
OG.png έχω

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Οριστική

  • έχω
  • έχ-εις
  • έχ-ει
  • έχ-ομεν
  • έχ-ετε
  • έχ-ουσιν

Υποτακτική

  • έχ-ω
  • έχ-ης
  • έχ-η
  • έχ-ωμεν
  • έχ-ητε
  • έχ-ωσι(ν)
 

Ευκτική

  • έχ-οιμι
  • έχ-οις
  • έχ-οι
  • εχ-όντων
  • έχ-οιτε
  • έχ-οιεν

Προστακτική

  • έχ-ε
  • εχ-έτω
  • έχ-ετε
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • έχ-ειν

Μετοχή

  • έχ-ων
  • έχ-ουσα
  • έχ-ον

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Οριστική

  • είχ-ον
  • είχ-ες
  • είχ-ε
  • είχ-ομεν
  • είχ-ετε
  • είχ-ον

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • έξ-ω
  • έξ-εις
  • έξ-ει
  • έξ-ομεν
  • έξ-ετε
  • έξ-ουσι(ν)

Ευκτική

  • έξ-οιμι
  • έξ-οις
  • έξ-οι
  • έξ-οιμεν
  • έξ-οιτε
  • έξ-οιεν
 

Απαρέμφατο

  • έξ-ειν

Μετοχή

  • έξ-ων
  • έξ-ουσα
  • έξ-ον

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • έσχ-ον
  • έσχ-ες
  • έσχ-ε(ν)
  • έσχ-ομεν
  • έσχ-ετε
  • έσχ-ον

Υποτακτική

  • σχέσ-ω
  • σχέσ-ης
  • σχέσ-η
  • σχέσ-ωμεν
  • σχέσ-ητε
  • σχέσ-ωσι(ν)
 

Ευκτική

  • σχέσ-οιμι
  • σχέσ-οις
  • σχέσ-οι
  • σχέσ-οιμεν
  • σχέσ-οιτε
  • σχέσ-οιεν

Προστακτική

  • σχέσ-ε
  • σχεσ-έτω
  • σχεσ-όντων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • σχεσ-είν

Μετοχή

  • σχέσ-ετε
  • σχέσ-ετε
  • σχέσ-ετε

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Οριστική

  • έσχη-κα
  • έσχη-κας
  • έσχη-κε(ν)
  • εσχή-καμεν
  • εσχή-κατε
  • εσχή-κασι(ν)

Υποτακτική

  • εσχή-κω
  • εσχή-κης
  • εσχή-κη
  • εσχή-κωμεν
  • εσχή-κητε
  • εσχή-κωσι(ν)
 

Ευκτική

  • εσχή-κοιμι
  • εσχή-κοις
  • εσχή-κοι
  • εσχή-κοιμεν
  • εσχή-κοιτε
  • εσχή-κοιεν

Προστακτική

  • έσχη-κε
  • εσχη-κέτω
  • εσχη-κόντων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • εσχη-κέναι

Μετοχή

  • εσχη-κώς
  • εσχη-κυία
  • εσχη-κός

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

Οριστική

  • εσχή-κειν
  • εσχή-κεις
  • εσχή-κει
  • εσχή-κειμεν
  • εσχή-κειτε
  • εσχή-κεισαν

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • σχε-θησοίμην
  • σχε-θήσοιο
  • σχε-θήσοιτο
  • σχε-θησοίμεθα
  • σχε-θήσοισθε
  • σχε-θήσοιντο

Απαρέμφατο

  • σχε-θήσεσθαι
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
 

Μετοχή

  • σχε-θησόμενος
  • σχε-θησομένη
  • σχε-θησόμενον

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • εσχέ-θην
  • εσχέ-θης
  • εσχέ-θη
  • εσχέ-θημεν
  • εσχέ-θητε
  • εσχέ-θησαν

Υποτακτική

  • σχε-θώ
  • σχε-θής
  • σχε-θή
  • σχε-θώμεν
  • σχε-θήτε
  • σχε-θώσι(ν)
 

Ευκτική

  • σχε-θείην
  • σχε-θείης
  • σχε-θείη
  • σχε-θείμεν
  • σχε-θείτε
  • σχε-θείεν

Προστακτική

  • σχέ-θητι
  • σχε-θήτω
  • σχε-θέντων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • σχε-θήναι

Μετοχή

  • σχε-θείς
  • σχε-θείσα
  • σχε-θέν

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Οριστική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *

Υποτακτική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
 

Ευκτική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *

Προστακτική

  • *
  • *
  • *
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • *

Μετοχή

  • *
  • *
  • *

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Οριστική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *

ΜΕΣΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • εξ-οίμην
  • έξ-οιο
  • έξ-οιτο
  • εξ-οίμεθα
  • έξ-οισθε
  • έξ-οιντο

Απαρέμφατο

  • έξ-εσθαι
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
 

Μετοχή

  • εξ-όμενος
  • εξ-ομένη
  • εξ-όμενον

ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • έσχ-ον
  • έσχ-ου
  • έσχ-ετο
  • εσχ-όμεθα
  • έσχ-εσθε
  • έσχ-οντο

Υποτακτική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
 

Ευκτική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *

Προστακτική

  • *
  • *
  • *
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • *

Μετοχή

  • *
  • *
  • *

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Οριστική

  • ησχή-μην
  • ή-σχη-σο
  • ή-σχη-το
  • ησχή-μεθα
  • ή-σχη-σθε
  • ή-σχη-ντο

Υποτακτική

  • εσχη-μένος ώ
  • εσχη-μένη ής
  • εσχη-μένον ή
  • εσχη-μένοι ώμεν
  • εσχη-μέναι ήτε
  • εσχη-μένα ώσι(ν)
 

Ευκτική

  • εσχη-μένος είην
  • εσχη-μένη είης
  • εσχη-μένον είη
  • εσχη-μένοι είμεν
  • εσχη-μέναι είτε
  • εσχη-μένα είεν

Προστακτική

  • έσχη-σο
  • εσχή-σθω
  • εσχή-σθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • εσχή-σθαι

Μετοχή

  • εσχη-μένος
  • εσχη-μένη
  • εσχη-μένον