PASSO DA QUI
OG.png ερείδω

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Οριστική

  • ερείδω
  • ερείδ-εις
  • ερείδ-ει
  • ερείδ-ομεν
  • ερείδ-ετε
  • ερείδ-ουσιν

Υποτακτική

  • ερείδ-ω
  • ερείδ-ης
  • ερείδ-η
  • ερείδ-ωμεν
  • ερείδ-ητε
  • ερείδ-ωσι(ν)
 

Ευκτική

  • ερείδ-οιμι
  • ερείδ-οις
  • ερείδ-οι
  • ερειδ-όντων
  • ερείδ-οιτε
  • ερείδ-οιεν

Προστακτική

  • έρειδ-ε
  • ερειδ-έτω
  • ερείδ-ετε
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • ερείδ-ειν

Μετοχή

  • ερείδ-ων
  • ερείδ-ουσα
  • ερείδ-ον

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Οριστική

  • ή-ρειδ-ον
  • ή-ρειδ-ες
  • ή-ρειδ-ε
  • η-ρείδ-ομεν
  • η-ρείδ-ετε
  • ή-ρειδ-ον

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • ερείσ-ω
  • ερείσ-εις
  • ερείσ-ει
  • ερείσ-ομεν
  • ερείσ-ετε
  • ερείσ-ουσι(ν)

Ευκτική

  • ερείσ-οιμι
  • ερείσ-οις
  • ερείσ-οι
  • ερείσ-οιμεν
  • ερείσ-οιτε
  • ερείσ-οιεν
 

Απαρέμφατο

  • ερείσ-ειν

Μετοχή

  • ερείσ-ων
  • ερείσ-ουσα
  • ερείσ-ον

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • ή-ρεισ-α
  • ή-ρεισ-ας
  • ή-ρεισ-ε(ν)
  • η-ρείσ-αμεν
  • η-ρείσ-ατε
  • ή-ρεισ-αν

Υποτακτική

  • ε-ρείσ-ω
  • ε-ρείσ-ης
  • ε-ρείσ-η
  • ε-ρείσ-ωμεν
  • ε-ρείσ-ητε
  • ε-ρείσ-ωσι(ν)
 

Ευκτική

  • ε-ρείσ-αιμι
  • ε-ρείσ-αις
  • ε-ρείσ-αι
  • ε-ρείσ-αιμεν
  • ε-ρείσ-αιτε
  • ε-ρείσ-αιεν

Προστακτική

  • έ-ρεισ-ον
  • ε-ρεισ-άτω
  • ε-ρεισ-άντων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • έ-ρεισ-αι

Μετοχή

  • ε-ρείσ-ας
  • ε-ρείσα-ασα
  • ε-ρέν-αν

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Οριστική

  • ή-ρει-κα
  • ή-ρει-κας
  • ή-ρει-κε(ν)
  • η-ρεί-καμεν
  • η-ρεί-κατε
  • η-ρεί-κασι(ν)

Υποτακτική

  • η-ρεί-κω
  • η-ρεί-κης
  • η-ρεί-κη
  • η-ρεί-κωμεν
  • η-ρεί-κητε
  • η-ρεί-κωσι(ν)
 

Ευκτική

  • η-ρεί-κοιμι
  • η-ρεί-κοις
  • η-ρεί-κοι
  • η-ρεί-κοιμεν
  • η-ρεί-κοιτε
  • η-ρεί-κοιεν

Προστακτική

  • ή-ρει-κε
  • η-ρει-κέτω
  • η-ρει-κόντων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • η-ρει-κέναι

Μετοχή

  • η-ρει-κώς
  • η-ρει-κυία
  • η-ρει-κός

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

Οριστική

  • η-ρεί-κειν
  • η-ρεί-κεις
  • η-ρεί-κει
  • η-ρεί-κειμεν
  • η-ρεί-κειτε
  • η-ρεί-κεισαν

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *

Απαρέμφατο

  • *
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
 

Μετοχή

  • *
  • *
  • *

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • η-ρείσ-θην
  • η-ρείσ-θης
  • η-ρείσ-θη
  • η-ρείσ-θημεν
  • η-ρείσ-θητε
  • η-ρείσ-θησαν

Υποτακτική

  • ε-ρεισ-θώ
  • ε-ρεισ-θής
  • ε-ρεισ-θή
  • ε-ρεισ-θώμεν
  • ε-ρεισ-θήτε
  • ε-ρεισ-θώσι(ν)
 

Ευκτική

  • ε-ρεισ-θείην
  • ε-ρεισ-θείης
  • ε-ρεισ-θείη
  • ε-ρεισ-θείμεν
  • ε-ρεισ-θείτε
  • ε-ρεισ-θείεν

Προστακτική

  • ε-ρείσ-θητι
  • ε-ρεισ-θήτω
  • ε-ρεισ-θέντων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • ε-ρεισ-θήναι

Μετοχή

  • ε-ρεισ-θείς
  • ε-ρεισ-θείσα
  • ε-ρεισ-θέν

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Οριστική

  • ερείδομαι
  • ερείδ-ει
  • ερείδ-εται
  • ερειδ-όμεθα
  • ερείδ-εσθε
  • ερείδ-ονται

Υποτακτική

  • ερείδ-ωμαι
  • ερείδ-η
  • ερείδ-ηται
  • ερειδ-ώμεθα
  • ερείδ-ησθε
  • ερείδ-ωνται
 

Ευκτική

  • ερειδ-οίμην
  • ερείδ-οιο
  • ερείδ-οιτο
  • ερειδ-οίμεθα
  • ερείδ-οισθε
  • ερείδ-οιντο

Προστακτική

  • ερείδ-ου
  • ερειδ-έσθω
  • ερειδ-έσθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • ερείδ-εσθαι

Μετοχή

  • ερειδ-όμενος
  • ερειδ-ομένη
  • ερειδ-όμενον

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Οριστική

  • η-ρειδ-όμην
  • η-ρείδ-ου
  • η-ρείδ-ετο
  • η-ρειδ-όμεθα
  • η-ρείδ-εσθε
  • η-ρείδ-οντο

ΜΕΣΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • ερεισ-οίμην
  • ερείσ-οιο
  • ερείσ-οιτο
  • ερεισ-οίμεθα
  • ερείσ-οισθε
  • ερείσ-οιντο

Απαρέμφατο

  • *
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
 

Μετοχή

  • ερεισ-όμενος
  • ερεισ-ομένη
  • ερεισ-όμενον

ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • η-ρει-σάμην
  • η-ρεί-σω
  • η-ρεί-σατο
  • η-ρει-σάμεθα
  • η-ρεί-σασθε
  • η-ρεί-σαντο

Υποτακτική

  • ε-ρείσ-ωμαι
  • ε-ρείσ-η
  • ε-ρείσ-ηται
  • ε-ρεισ-ώμεθα
  • ε-ρείσ-ησθε
  • ε-ρείσ-ωνται
 

Ευκτική

  • ε-ρεισ-αίμην
  • ε-ρείσ-αιο
  • ε-ρείσ-αιτο
  • ε-ρεισ-αίμεθα
  • ε-ρείσ-αισθε
  • ε-ρείσ-αιντο

Προστακτική

  • έ-ρεισ-αι
  • ε-ρεισ-άσθω
  • ε-ρεισ-άσθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • ε-ρείσ-ασθαι

Μετοχή

  • ε-ρεισ-άμενος
  • ε-ρεισ-αμένη
  • ε-ρεισ-άμενον

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Οριστική

  • η-ρείσ-μην
  • ή-ρει-σο
  • ή-ρει-το
  • η-ρείσ-μεθα
  • ή-ρει-σθε
  • η-ρεισ-μένοι ήσαν

Υποτακτική

  • η-ρεισ-μένος ώ
  • η-ρεισ-μένη ής
  • η-ρεισ-μένον ή
  • η-ρεισ-μένοι ώμεν
  • η-ρεισ-μέναι ήτε
  • η-ρεισ-μένα ώσι(ν)
 

Ευκτική

  • η-ρεισ-μένος είην
  • η-ρεισ-μένη είης
  • η-ρεισ-μένον είη
  • η-ρεισ-μένοι είμεν
  • η-ρεισ-μέναι είτε
  • η-ρεισ-μένα είεν

Προστακτική

  • ή-ρει-σο
  • η-ρεί-σθω
  • η-ρεί-σθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • η-ρεί-σθαι

Μετοχή

  • η-ρεισ-μένος
  • η-ρεισ-μένη
  • η-ρεισ-μένον