PASSO DA QUI
OG.png βαίνω

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Οριστική

  • βαίνω
  • βαίν-εις
  • βαίν-ει
  • βαίν-ομεν
  • βαίν-ετε
  • βαίν-ουσιν

Υποτακτική

  • βαίν-ω
  • βαίν-ης
  • βαίν-η
  • βαίν-ωμεν
  • βαίν-ητε
  • βαίν-ωσι(ν)
 

Ευκτική

  • βαίν-οιμι
  • βαίν-οις
  • βαίν-οι
  • βαιν-όντων
  • βαίν-οιτε
  • βαίν-οιεν

Προστακτική

  • βαίν-ε
  • βαιν-έτω
  • βαίν-ετε
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • βαίν-ειν

Μετοχή

  • βαίν-ων
  • βαίν-ουσα
  • βαίν-ον

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Οριστική

  • έ-βαιν-ον
  • έ-βαιν-ες
  • έ-βαιν-ε
  • ε-βαίν-ομεν
  • ε-βαίν-ετε
  • έ-βαιν-ον

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • βή-σω
  • βή-σεις
  • βή-σει
  • βή-σομεν
  • βή-σετε
  • βή-σουσι(ν)

Ευκτική

  • βή-σοιμι
  • βή-σοις
  • βή-σοι
  • βή-σοιμεν
  • βή-σοιτε
  • βή-σοιεν
 

Απαρέμφατο

  • βή-σειν

Μετοχή

  • βή-σων
  • βή-σουσα
  • βή-σον

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • έ-βη-σα
  • έ-βη-σας
  • έ-βη-σε(ν)
  • ε-βή-σαμεν
  • ε-βή-σατε
  • έ-βη-σαν

Υποτακτική

  • βή-σω
  • βή-σης
  • βή-ση
  • βή-σωμεν
  • βή-σητε
  • βή-σωσι(ν)
 

Ευκτική

  • βή-σαιμι
  • βή-σαις
  • βή-σαι
  • βή-σαιμεν
  • βή-σαιτε
  • βή-σαιεν

Προστακτική

  • βή-σον
  • βη-σάτω
  • βη-σάντων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • βή-σαι

Μετοχή

  • βή-σας
  • βή-σασα
  • βή-σαν

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Οριστική

  • βέ-βη-κα
  • βέ-βη-κας
  • βέ-βη-κε
  • βέ-β-αμεν
  • βέ-β-ατε
  • βε-β-άσι(ν)

Υποτακτική

  • βε-β-ώ
  • βε-β-ής
  • βε-β-ή
  • βε-β-ώμεν
  • βε-β-ήτε
  • βε-β-ώσι(ν)
 

Ευκτική

  • βε-β-οίμι
  • βε-β-οίς
  • βε-β-οί
  • βε-β-οίμεν
  • βε-β-οίτε
  • βε-β-οίεν

Προστακτική

  • *
  • *
  • *
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • βεβ-άναι

Μετοχή

  • βεβ-ώς
  • βεβ-ώσα
  • βεβη-κός

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

Οριστική

  • ε-βέβ-ειν
  • ε-βέβ-εις
  • ε-βέβ-ει
  • ε-βέβ-ειμεν
  • ε-βέβ-ειτε
  • ε-βέβ-εισαν

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *

Απαρέμφατο

  • *
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
 

Μετοχή

  • *
  • *
  • *

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • έ-β-ην
  • έ-β-ης
  • έ-β-η
  • έ-β-ημεν
  • έ-β-ητε
  • έ-β-ησαν

Υποτακτική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
 

Ευκτική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *

Προστακτική

  • *
  • *
  • *
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • *

Μετοχή

  • *
  • *
  • *

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Οριστική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *

Υποτακτική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
 

Ευκτική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *

Προστακτική

  • *
  • *
  • *
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • *

Μετοχή

  • *
  • *
  • *

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Οριστική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *

ΜΕΣΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • βη-σοίμην
  • βή-σοιο
  • βή-σοιτο
  • βη-σοίμεθα
  • βή-σοισθε
  • βή-σοιντο

Απαρέμφατο

  • βή-σεσθαι
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
 

Μετοχή

  • βη-σόμενος
  • βη-σομένη
  • βη-σόμενον

ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • ε-βησ-άμην
  • ε-βήσ-ω
  • ε-βήσ-ατο
  • ε-βησ-άμεθα
  • ε-βήσ-ασθε
  • ε-βήσ-αντο

Υποτακτική

  • βή-σωμαι
  • βή-ση
  • βή-σηται
  • βη-σώμεθα
  • βή-σησθε
  • βή-σωνται
 

Ευκτική

  • βη-σαίμην
  • βή-σαιο
  • βή-σαιτο
  • βη-σαίμεθα
  • βή-σαισθε
  • βή-σαιντο

Προστακτική

  • βή-σαι
  • βη-σάσθω
  • βη-σάσθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • βή-σασθαι

Μετοχή

  • βη-σάμενος
  • βη-σαμένη
  • βη-σάμενον

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Οριστική

  • ε-βε-βά-μην
  • ε-βέ-βα-σο
  • ε-βέ-βα-το
  • ε-βε-βά-μεθα
  • ε-βέ-βα-σθε
  • ε-βέ-βα-ντο

Υποτακτική

  • βε-βα-μένος ώ
  • βε-βα-μένη ής
  • βε-βα-μένον ή
  • βε-βα-μένοι ώμεν
  • βε-βα-μέναι ήτε
  • βε-βα-μένα ώσι(ν)
 

Ευκτική

  • βε-βα-μένος είην
  • βε-βα-μένη είης
  • βε-βα-μένον είη
  • βε-βα-μένοι είμεν
  • βε-βα-μέναι είτε
  • βε-βα-μένα είεν

Προστακτική

  • βέ-βα-σο
  • βε-βά-σθω
  • βε-βά-σθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • βε-βά-σθαι

Μετοχή

  • βε-βα-μένος
  • βε-βα-μένη
  • βε-βα-μένον