PASSO DA QUI
OG.png βιβρώσκω

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Οριστική

  • βιβρώσκω
  • βιβρώσκ-εις
  • βιβρώσκ-ει
  • βιβρώσκ-ομεν
  • βιβρώσκ-ετε
  • βιβρώσκ-ουσιν

Υποτακτική

  • βιβρώσκ-ω
  • βιβρώσκ-ης
  • βιβρώσκ-η
  • βιβρώσκ-ωμεν
  • βιβρώσκ-ητε
  • βιβρώσκ-ωσι(ν)
 

Ευκτική

  • βιβρώσκ-οιμι
  • βιβρώσκ-οις
  • βιβρώσκ-οι
  • βιβρωσκ-όντων
  • βιβρώσκ-οιτε
  • βιβρώσκ-οιεν

Προστακτική

  • βίβρωσκ-ε
  • βιβρωσκ-έτω
  • βιβρώσκ-ετε
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • βιβρώσκ-ειν

Μετοχή

  • βιβρώσκ-ων
  • βιβρώσκ-ουσα
  • βιβρώσκ-ον

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Οριστική

  • ε-βίβρωσκ-ον
  • ε-βίβρωσκ-ες
  • ε-βίβρωσκ-ε
  • ε-βιβρώσκ-ομεν
  • ε-βιβρώσκ-ετε
  • ε-βίβρωσκ-ον

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *

Ευκτική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
 

Απαρέμφατο

  • *

Μετοχή

  • *
  • *
  • *

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • έ-βρ-ων
  • έ-βρ-ως
  • έ-βρ-ω
  • έ-βρ-ωμεν
  • έ-βρ-ωτε
  • έ-βρ-ωσαν

Υποτακτική

  • βρ-ώ
  • βρ-ώς
  • βρ-ώ
  • βρ-ώμεν
  • βρ-ώτε
  • βρ-ώσι(ν)
 

Ευκτική

  • βρ-οίην
  • βρ-οίης
  • βρ-οίη
  • βρ-οίμεν
  • βρ-οίτε
  • βρ-οίεν

Προστακτική

  • βρ-ώθι
  • βρ-ώτω
  • βρ-όντων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • βρ-ώναι

Μετοχή

  • βρ-ούς
  • βρ-ούσα
  • βρ-όν

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Οριστική

  • βέ-βρω-κα
  • βέ-βρω-κας
  • βέ-βρω-κε(ν)
  • βε-βρώ-καμεν
  • βε-βρώ-κατε
  • βε-βρώ-κασι(ν)

Υποτακτική

  • βε-βρώ-κω
  • βε-βρώ-κης
  • βε-βρώ-κη
  • βε-βρώ-κωμεν
  • βε-βρώ-κητε
  • βε-βρώ-κωσι(ν)
 

Ευκτική

  • βε-βρώ-κοιμι
  • βε-βρώ-κοις
  • βε-βρώ-κοι
  • βε-βρώ-κοιμεν
  • βε-βρώ-κοιτε
  • βε-βρώ-κοιεν

Προστακτική

  • βέ-βρω-κε
  • βε-βρω-κέτω
  • βε-βρω-κόντων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • βε-βρω-κέναι

Μετοχή

  • βε-βρω-κώς
  • βε-βρω-κυία
  • βε-βρω-κός

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΣ ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

Οριστική

  • ε-βεβρώ-κειν
  • ε-βεβρώ-κεις
  • ε-βεβρώ-κει
  • ε-βεβρώ-κειμεν
  • ε-βεβρώ-κειτε
  • ε-βεβρώ-κεισαν

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • βρω-θησοίμην
  • βρω-θήσοιο
  • βρω-θήσοιτο
  • βρω-θησοίμεθα
  • βρω-θήσοισθε
  • βρω-θήσοιντο

Απαρέμφατο

  • βρω-θήσεσθαι
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
 

Μετοχή

  • βρω-θησόμενος
  • βρω-θησομένη
  • βρω-θησόμενον

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • ε-βρώ-θην
  • ε-βρώ-θης
  • ε-βρώ-θη
  • ε-βρώ-θημεν
  • ε-βρώ-θητε
  • ε-βρώ-θησαν

Υποτακτική

  • βρω-θώ
  • βρω-θής
  • βρω-θή
  • βρω-θώμεν
  • βρω-θήτε
  • βρω-θώσι(ν)
 

Ευκτική

  • βρω-θείην
  • βρω-θείης
  • βρω-θείη
  • βρω-θείμεν
  • βρω-θείτε
  • βρω-θείεν

Προστακτική

  • βρώ-θητι
  • βρω-θήτω
  • βρω-θέντων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • βρω-θήναι

Μετοχή

  • βρω-θείς
  • βρω-θείσα
  • βρω-θέν

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Οριστική

  • βιβρώσκομαι
  • βιβρώσκ-ει
  • βιβρώσκ-εται
  • βιβρώσκ-όμεθα
  • βιβρώσκ-εσθε
  • βιβρώσκ-ονται

Υποτακτική

  • βιβρώσκ-ωμαι
  • βιβρώσκ-η
  • βιβρώσκ-ηται
  • βιβρώσκ-ώμεθα
  • βιβρώσκ-ησθε
  • βιβρώσκ-ωνται
 

Ευκτική

  • βιβρωσκ-οίμην
  • βιβρώσκ-οιο
  • βιβρώσκ-οιτο
  • βιβρωσκ-οίμεθα
  • βιβρώσκ-οισθε
  • βιβρώσκ-οιντο

Προστακτική

  • βιβρώσκ-ου
  • βιβρωσκ-έσθω
  • βιβρωσκ-έσθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • βιβρώσκ-εσθαι

Μετοχή

  • βιβρωσκ-όμενος
  • βιβρωσκ-ομένη
  • βιβρωσκ-όμενον

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Οριστική

  • ε-βιβρωσκ-όμην
  • ε-βιβρώσκ-ου
  • ε-βιβρώσκ-ετο
  • ε-βιβρωσκ-όμεθα
  • ε-βιβρώσκ-εσθε
  • ε-βιβρώσκ-οντο

ΜΕΣΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Οριστική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *

Απαρέμφατο

  • βρώ-σεσθαι
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
 

Μετοχή

  • *
  • *
  • *

ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *

Υποτακτική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
 

Ευκτική

  • *
  • *
  • *
  • *
  • *
  • *

Προστακτική

  • *
  • *
  • *
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • *

Μετοχή

  • *
  • *
  • *

ΜΕΣΟ-ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Οριστική

  • ε-βε-βρώ-μην
  • ε-βέ-βρω-σο
  • ε-βέ-βρω-το
  • ε-βε-βρώ-μεθα
  • ε-βέ-βρω-σθε
  • ε-βέ-βρω-ντο

Υποτακτική

  • βε-βρω-μένος ώ
  • βε-βρω-μένη ής
  • βε-βρω-μένον ή
  • βε-βρω-μένοι ώμεν
  • βε-βρω-μέναι ήτε
  • βε-βρω-μένα ώσι(ν)
 

Ευκτική

  • βε-βρω-μένος είην
  • βε-βρω-μένη είης
  • βε-βρω-μένον είη
  • βε-βρω-μένοι είμεν
  • βε-βρω-μέναι είτε
  • βε-βρω-μένα είεν

Προστακτική

  • βέ-βρω-σο
  • βε-βρώ-σθω
  • βε-βρώ-σθων
  •  
  •  
  •  
 

Απαρέμφατο

  • βε-βρώ-σθαι

Μετοχή

  • βε-βρω-μένος
  • βε-βρω-μένη
  • βε-βρω-μένον