PASSO DA QUI
EL.png αξιώνω

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Οριστική

  • αξιώνω
  • αξιώνεις
  • αξιώνει
  • αξιώνουμε
  • αξιώνετε
  • αξιώνουν

Υποτακτική

  • νά αξιώνω
  • νά αξιώνεις
  • νά αξιώνει
  • νά αξιώνουμε
  • νά αξιώνετε
  • νά αξιώνουν
 

Προστακτική

  • αξίωνε
  • αξιώνετε

Μετοχή

  • αξιώνοντας

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΩΣ

 

  • αξίωνα
  • αξίωνες
  • αξίωνε
  • αξιώναμε
  • αξιώνατε
  • αξίωναν

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Εξακολουθητικός

  • θά αξιώνω
  • θά αξιώνεις
  • θά αξιώνει
  • θά αξιώνουμε
  • θά αξιώνετε
  • θά αξιώνουν

Στιγμιαίος

  • θά αξιώσω
  • θά αξιώσεις
  • θά αξιώσει
  • θά αξιώσουμε
  • θά αξιώσετε
  • θά αξιώσουν

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • αξίωσα
  • αξίωσες
  • αξίωσε
  • αξιώσαμε
  • αξιώσατε
  • αξίωσαν

Υποτακτική

  • νά αξιώσω
  • νά αξιώσεις
  • νά αξιώσει
  • νά αξιώσουμε
  • νά αξιώσετε
  • νά αξιώσουν
 

Προστακτική

  • αξίωσε
  • αξιώστε

Απαρέμφατο

  • αξιώσει

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Οριστική

  • έχω αξιώσει
  • έχεις αξιώσει
  • έχει αξιώσει
  • έχουμε αξιώσει
  • έχετε αξιώσει
  • έχουν αξιώσει

Υποτακτική

  • νά έχω αξιώσει
  • νά έχεις αξιώσει
  • νά έχει αξιώσει
  • νά έχουμε αξιώσει
  • νά έχετε αξιώσει
  • νά έχουν αξιώσει
 

Μετοχή

  • *

ΡLUΠΑ_ΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Υποτακτική

  • είχα αξιώσει
  • είχες αξιώσει
  • είχε αξιώσει
  • είχαμε αξιώσει
  • είχατε αξιώσει
  • είχαν αξιώσει

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Υποτακτική

  • θά έχω αξιώσει
  • θά έχεις αξιώσει
  • θά έχει αξιώσει
  • θά έχουμε αξιώσει
  • θά έχετε αξιώσει
  • θά έχουν αξιώσει