PASSO DA QUI
EL.png βήχω

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Οριστική

  • βήχω
  • βήχεις
  • βήχει
  • βήχουμε
  • βήχετε
  • βήχουν

Υποτακτική

  • νά βήχω
  • νά βήχεις
  • νά βήχει
  • νά βήχουμε
  • νά βήχετε
  • νά βήχουν
 

Προστακτική

  • βήχα
  • βήχετε

Μετοχή

  • βήχοντας

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΩΣ

 

  • έβηχα
  • έβηχες
  • έβηχε
  • βήχαμε
  • βήχατε
  • έβηχαν

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Εξακολουθητικός

  • θά βήχω
  • θά βήχεις
  • θά βήχει
  • θά βήχουμε
  • θά βήχετε
  • θά βήχουν

Στιγμιαίος

  • θά βήξω
  • θά βήξεις
  • θά βήξει
  • θά βήξουμε
  • θά βήξετε
  • θά βήξουν

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Οριστική

  • έβηξα
  • έβηξες
  • έβηξε
  • βήξαμε
  • βήξατε
  • έβηξαν

Υποτακτική

  • νά βήξω
  • νά βήξεις
  • νά βήξει
  • νά βήξουμε
  • νά βήξετε
  • νά βήξουν
 

Προστακτική

  • βήξε
  • βήξτε

Απαρέμφατο

  • βήξει

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Οριστική

  • έχω βήξει
  • έχεις βήξει
  • έχει βήξει
  • έχουμε βήξει
  • έχετε βήξει
  • έχουν βήξει

Υποτακτική

  • νά έχω βήξει
  • νά έχεις βήξει
  • νά έχει βήξει
  • νά έχουμε βήξει
  • νά έχετε βήξει
  • νά έχουν βήξει
 

Μετοχή

  • *

ΡLUΠΑ_ΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Υποτακτική

  • είχα βήξει
  • είχες βήξει
  • είχε βήξει
  • είχαμε βήξει
  • είχατε βήξει
  • είχαν βήξει

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Υποτακτική

  • θά έχω βήξει
  • θά έχεις βήξει
  • θά έχει βήξει
  • θά έχουμε βήξει
  • θά έχετε βήξει
  • θά έχουν βήξει